Γιάννη Ζέβγου, Σύντομη Μελέτη της Νεοελληνικής Ιστορίας – 15

0
18

Με αφορμή τη συμπλήρωση 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821 δημοσιεύουμε σε συνέχειες το εξαιρετικά επίκαιρο έργο του Γιάννη Ζέβγου «Σύντομη Μελέτη της Νεοελληνικής Ιστορίας». Το έργο αυτό αναδεικνύει – εν συντομία – όλες εκείνες τις πτυχές της Ελληνικής ιστορίας που σε άμεση σύνδεση και αλληλεπίδραση μεταξύ τους οδήγησαν στην δημιουργία ένος ανελεύθερου κράτους το οποίο δεν δικαιώνει τις προσδοκίες του λαού για οικονομική και πολιτισμική άνθιση καθώς και κοινωνική δικαιοσύνη.


Μπορείτε να βρείτε το 14ο μέρος εδώ

9. ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΤΑΞΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ 1822—1825

Η Β εθνοσυνέλευση – Οι εμφύλιοι πόλεμοι Η κυβέρνηση της Α’ εθνοσυνέλευσης δεν μπόρεσε να επιβληθεί και να προωθήσει τον εθνικό αγώνα. Στις 25 Μάρτη 1822 κοινοποίησε στις δυνάμεις τον αποκλεισμό των οθωμανικών παραλίων απ’ τον ελληνικό στόλο και διεκδικούσε το δικαίωμα να ενεργεί νηοψίες. Καμμιά ευρωπαϊκή δύναμη, δεν αναγνώρισε τότε αυτόν τον αποκλεισμό. Η πορεία των εθνικών γεγονότων και η καταστροφή του Πέτα κουρέλιασαν το κύρος της κυβέρνησης ολότελα. Από . το 1821 κιόλας κυριαρχεί στην ανατολική Ελλάδα ο Οδ. Άνδρούτσος. Έχει εκμηδενίσει την εξουσία του Αρείου Πάγου και ούτε την κεντρική κυβέρνηση αναγνωρίζει. Δυο αντιπροσώπους της, το Νούτσο και τον Παλάσκα, που πάνε να πάρουν την αρχιστρατηγία, τους σκοτώνει. Τον επικηρύσσουν μα κανείς δεν τολμάει να τον καταδιώξει. Μπαίνει στη μέση ο Υψηλάντης, σαν πρόεδρος του βουλευτικού και αμνηστεύεται. Μένει φρούραρχος στην Αθήνα και ληστεύει τους πληθυσμούς.

Στην Πελοπόννησο με την καταστροφή του Δράμαλη, ο Κολοκοτρώνης είνε στις δόξες του. Η ίδια η Γερουσία τον διόρισε αρχιστράτηγο. Η κυβέρνηση εξευτελίστηκε στην εκστρατεία του Δράμαλη, αφήνοντας το πεδίο της μάχης και φεύγοντας στα πλοία. Οι ανταγωνισμοί για τη γη, τους φόρους, τα έσοδα, οξύνονται.

Μόνο στη δυτική Eλλάδα o Μαυροκορδάτος στηρίζεται στους σουλιώτες και έχει κύρος γιατί φαίνεται σα σωτήρας του Μεσολογγίου. Στα νησιά κυβερνάν μονοπωλιακά και ανεξέλεχτα οι άρχοντες των τριών νησιών, ιδίως της Ύδρας. Έτσι φτάνουμε στη Β’ εθνοσυνέλευση, που μαζεύτηκε στο Άστρος το Μάρτη 1823. Ο λαός ουσιαστικά δεν πήρε μέρος στην εκλογή των βουλευτών. Ο σχετικός νόμος της 9 Νοέμβρη 1822 ορίζει «εις έκαστον χωρίον ο λαός ναεκλέξει κοινώς ευυπολήπτους άνδρας. Όλοι αυτοί να συνέλθουν· εις την πρωτεύουσαν της επαρχίας, η οποία να εκλέξει κοινώς ευυπολήπτους άνδρας… και τότε όλοι ομού αυτοί οιεκλεκτοί ναεκλέξωσιν ένα ενιαύσιον παραστάτην μεταξύ των ηθικωτέρων πατριωτών». Στην εθνοσυνέλευση είνε ξεκαθαρισμένες οι δυο παρατάξεις: των εμποροκοτζαμπάσηδων με το Μαυροκορδάτο, Ζαΐμη, Λόντο κλπ. και των στρατιωτικών-μεγαλοκαπεταναίων με τον Κολοκοτρώνη, Ανδρούτσο, Υψηλάντη, Μούρτζινο κλπ. Η κάθε παράταξη είνε εγκαταστημένη σε ξεχωριστό μέρος και έχουν η καθεμιά γερή στρατιωτική δύναμη. Οι πρώτοι έχουν την πλειοψηφία σε βουλευτές, μα οι στρατιωτικοί έχουν τη πραγματική δύναμη.

Η Β’ εθνοσυνέλευση άφησε το ίδιο συνταγματικό πολίτευμα της Επιδαύρου και πλάτηνε τη δημοκρατική βάση. Ψήφισαν διατάξεις σαν κι αυτές: «Οι Έλληνες έχουσι το δικαίωμα να κοινοποιώσιν άλλως τε και διά του τύπου τας δοξασίας των…» Ακόμα καταργεί τα βασανιστήρια που τ’ ανάστησαν οι σώχρονοι αστοτσιφλικάδες. Φορείς των δημοκρατικών αρχών είνε οι μορφωμένοι-διανοούμενοι (Καΐρης. Φαρμακίδης κλπ.) με στήριγμα τις λαϊκές μάζες, ιδίως τις μικροαστικές. Αποκρυσταλλωμένη αριστοκρατία δεν ήταν διαμορφωμένη, όπως ξαίρουμε, και οι εμποροτσιφλικάδες «συμβιβάστηκαν με το αντιπροσωπευτικό πολίτευμα». Καταργεί τις τοπικές γερουσίες. Κάνει έτσι ένα μεγάλο βήμα προς την οργάνωση ενιαίας εθνικής κυβέρνησης. Καθορίζει την κυριαρχία του βουλευτικόν πάνω στο εχτελεστικό. Συνάμα βάνουν διάταξη για διορισμό υπαλλήλων και από το βουλευτικό και από το εχτελεστικό μαζί. Μ’ αυτό καθιερώνεται η πολιτική συναλλαγή για φαυλοκρατία. Καταργείται ο τίτλος της αρχιστρατηγίας για να τον στερήσουν από τον Κολοκοτρώνη. Ο Κολοκοτρώνης επικεφαλής των στρατιωτικών προτείνει ολιγαρχικές απόψεις. «Αυτοί ήθελαν και ψήφισαν, γράφει, να γίνουν 50 στρατηγοί και 150 βουλευταί… δεν είναι καλά αυτά τα ψηφίσματα που εκάματε να είναι τόσο πολλοί βουλευταί και τόσο πολλοί στρατηγοί…»

Η πάλη, έγινε κυρίως γύρω από τα εθνικά χτήματα. Και οι δυο παρατάξεις ζητούσαν να ψηφιστεί εκποίηση της γης. Στο τέλος αποφασίστηκε να εκποιηθούν όλα τα φθαρτά χτήματα—σπίτια, μόλοι, λιοτριβεία, περιβόλια κλπ. Στο εχτελεστικό μπήκε ο Ζαΐμης, ο Σωτ. Χαραλάμπης, ο Πετρόμπεης, ο Ανδρ. Μεταξάς. Η πέμπτη θέση προοριζόταν για τους υδραίους. Μα αργότερα μπήκε ο Κολοκοτρώνης. Ο Ορλάνδος έγινε πρόεδρος του βουλευτικού και ο Μαυροκορδάτος αρχιγραμματέας.

Από ένα χρόνο τόρα κανένας σοβαρός κίνδυνος δεν απείλησε την επανάσταση. Στην Πελοπόννησο μάλιστα καμμιά εχτρική επιδρομή δεν έχουμε στα 1823. Τα παζάρια για το δάνειο έχουν αρχίσει. Έτσι οι ανταγωνισμοί οξύνονται. Και έχουμε καθελογής ανταγωνισμούς. Ανταγωνισμοί ταξικοί ανάμεσα σε μεγαλοκαπεταναίους, σαν τον Κολοκοτρώνη, Ανδρούτσο, και τους άρχοντες, με κυριότερους εκπρόσωπους τους συγγενείς Ζαΐμη, Λόντο, Νοταρά. Αυτός ο ανταγωνισμός είνε ιδιαίτερα σφοδρός στο Μωριά, όπου οι δυο παρατάξεις είνε δυνατές. Αυτός ο ανταγωνισμός, ευρύνεται ανάμεσα σε μεγαλοκαπεταναίους και σ’ όλο το άλλο έθνος, όπως έγινε στην Α’ και Β’ εθνοσυνέλευση. Η απληστία, οι φιλοδοξίες, ο τοπικισμός σε πρώτη γραμμή των μεγαλοκαπεταναίων και των αρχόντων εμποδίζουν τον σχηματισμό σταθερής κυβερνητικής εξουσίας. Ανταγωνισμοί ανάμεσα σε άρχοντες-τσιφλικάδες και εμποροκαραβοκυραίους μ’ όλους τους συμβιβασμούς τους, οξύνουν ακόμα τα πράματα. Οι μικροκαπεταναίοι έχουν τις δικές τους επίμονες διεκδικήσεις. Οι διανοούμενοι το ίδιο. Η μάζα της αγροτιάς πιο πολύ απ’ όλους.

Κοντά σ’ αυτές τις ταξικές αντιθέσεις έχουμε και τους τοπικιστικούς ανταγωνισμούς ανάμεσα σε μωραΐτες—νησιώτες—Ρουμελιώτες. Εκπρόσωπος των νησιωτών είνε ο Κουντουριώτης και ο Ορλάντος και των Ρουμελιωτών ο Γ. Κωλέττης. Ο Μωριάς είνε το πιο πλούσιο και πιο ασφαλισμένο τμήμα. Έχει τα πιο πολλά εισοδήματα και οι μωραΐτες καπεταναίοι και άρχοντες τα θέλουν αποκλειστικά για τον εαυτό τους δίχως να μονιάζουν στη μοιρασιά. Υπάρχουν ακόμα διακρίσεις ανάμεσα σε αυτόχθονες και ετερόχθονες. Ετερόχθονες θεωρούν τους πρόσφυγες, ιδίως τους φαναριώτες τοκογλύφους, υπαλλήλους και πολιτικούς. Στην Γ’ εθνοσυνέλευση ο Κολοκοτρώνης κατάφερε να μπει διάταξη που απόκλειε από την ενδεκαμελή επιτροπή όσους δεν έχουν περιουσία και οικογένεια στην Ελλάδα, ειδικά για ν’ αποκλείσει το Μαυροκορδάτο.

Οι καπεταναίοι μισούν κατά κανόνα τους διανοούμενους πολιτικούς, που τους θεωρούν επικίνδυνους και άχρηστους «καλαμαράδες» και τέτιους θεωρούν κυρίως τους φαναριώτες. Τέλος τους παραπάνω ανταγωνισμούς τους οξύνουν οι αντιθέσεις των μεγάλων δυνάμεων που από το 1822 άρχισαν να έρχονται σ’ επαφή με τους επαναστάτες ηγέτες για να αποκτήσουν επιρροή.

Αντικείμενο της πάλης ανάμεσα στις τάξεις και στρώματα του ελληνικού λαού είνε ο αγώνας για την εξουσία, για να εξασφαλιστούν τα δέκατα, η γη, οι φόροι, οι δασμοί, οι έρανοι, τα λάφυρα, τα δάνεια. Εδώ αξίζει ν’ αναφέρουμε ότι ο Κολοκοτρώνης στις 22 Ιούνη 1822, όταν ο Δράμαλης ήταν στ’ Άργος, καθορίζει με τη Γερουσία αναγκαστική εισφορά απ’ τους εύπορους του Μωριά. Στέλνουν εισπράχτορες γερουσιαστές «συνοδευομένους με την αναγκαίαν εκτελεστικήν δύναμιν…, να βιάσουν τόσον τους καταγεγραμμένους είς τον παρόντα κατάλογον, όσον και όσους άλλους γνωρίζουν ευκαταστάτους δια να λάβουν όσα χρήματα κρίνουν εύλογον…» Στον κατάλογο φιγουράρουν οι πιο τρανοί άρχοντες του Μωριά, ο Χαραλάμπης για 30 χιλ. γρόσια, ο Ζαΐμης για 20 χιλ., ο Λόντος για 50 χιλ., οι Ντεληγιανναίοι για 120 χιλ., οι Σισίνηδες για 60 χιλ. Είνε εύκολο να καταλάβουμε τη λύσσα που έπιανε τους κοτζαμπάσηδες του Μωριά να φορολογούνται εκβιαστικά από τον Κολοκοτρώνη, έστω και με τη συγκατάθεση της Γερουσίας. Οι ανταγωνισμοί γυρνάν κυρίως γύρω από τη γη και τ’ άλλα εθνικά χτήματα. Στη γη αποβλέπουν όλοι, από τους καπεταναίους ως τους εγγλέζους πολιτικούς και τραπεζίτες και για τη γη αγωνίζεται και η αγροτιά. Όλα αυτά τα συμφέροντα, πάθη, φιλοδοξίες, τοπικισμοί, ξένες επιδράσεις, ανάβουν και αρχίζουν να ξεσπάν αυτή την εποχή.

Το εχτελεστικό όρισε έδρα του την Τρίπολη. Ο Μαυροκορδάτος στις 24 Ιούνη 1823 στέλνει στο Λονδίνο επιτροπή από τους Ορλάντο, I. Ζαΐμη και Α. Λουριώτη για να παζαρέψει δάνειο, να αποχτήσει επαφή και δεσμούς με τους αγγλικούς κυβερνητικούς κύκλους και να φροντίσει για εκλογή βασιλιά. Ο Μαυροκορδάτος προχωρεί σταθερά στην εφαρμογή της αγγλόφιλης συντηρητικής πολιτικής του. Ο Κολοκοτρώνης στο μεταξύ έχει πάρει με το μέρος του τον άβουλο Πετρόμπεη και με το Μεταξα έχουν πλειοψηφία. Ο Ζαΐμης μειοψηφεί και ο Μαυροκορδάτος είνε ανίσχυρος να υπερασπίσει τα συμφέροντα των νησιωτών. Στη θέση του Ορλάντου μπαίνει ο Μαυροκορδάτος κι ο Κολοκοτρώνης τον απειλεί γιατί θέλει να βάνει το συμπέθερό του Ντεληγιάννη. Ο Κολοκοτρώνης κάνει πολιτικό συνοικέσιο με τους Ντεληγιανναίους. Αρραβωνιάζει την κόρη τους στο γιο του για να μπει επίσημα στο αρχοντολόι. Οι καπεταναίοι δυσαρεστούνται κι ο Πλαπούτας τον αποκηρύσσει, αφού άνοιξε ντουφέκι με τους Ντεληγιανναίους για τα νοίκια της Λιοδώρας. Οι Ζαΐμης—Λόντος γυρεύουν τρόπο να εκμηδενίσουν τη δύναμη του Κολοκοτρώνη. Οι νησιώτες το ίδιο. Θέλουν κυβέρνηση σταθερή και κανονική για να παίρνουν έσοδα από το δημόσιο ταμείο για το στόλο, πράμα αδύνατο όσο κυριαρχεί ο Κολοκοτρώνης κι οι καπεταναίοι. Ο Μαυροκορδάτος εμπνέει και δουλεύει σ’ αυτή την κατεύθυνση και γρήγορα ξεσπάν ανοιχτά οι αντιθέσεις σε ένοπλη πάλη.

Ο Μαυροκορδάτος φεύγει από την Τρίπολη και κατεβαίνει στο Άργος στο βουλευτικό και μ’ ένα μέρος βουλευτές φεύγουν για το Κρανίδι για να ασφαλιστούν από τον Κολοκοτρώνη. Οι νησιώτες βγαίνουν ανοιχτά και παίρνουν στην προστασία τους το βουλευτικό. Στις αρχές του 1824 το βουλευτικό του Κρανιδιού βγάνει καινούριο εχτελεστικό απ’ το Γ. Κουντουριώτη, Π. Μπόταση, I. Κωλέττη, Αν. Σπηλιωτάκη και Ν. Λόντο. Ο εμποροτσιφλικάδικος συνασπισμός διατηρείται, μα γίνεται ανακατάταξη προς τ’ αριστερά. Οι έμποροι έχουν την πλειοψηφία κι ο I. Κωλέττης πούχει επιρροή στους μικροκαπεταναίους της Ρούμελης μπαίνει στο εχτελεστικό. Ένα μέρος παλιοί φιλικοί προσανατολίζονται στην πολιτική κατάσταση. Ο τσαγκάρης Μποταΐτης, παλιός φιλικός, οργανώνει συνωμοσία και μικροεξέγερση των χειροτεχνών ενάντια στον Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη. Ο Παπαφλέσσας που ίσαμε τόρα συνεργαζόταν με τους Κολοκοτρώνη—Ύψηλάντη σηκώνει τα όπλα στη Μεσσηνία και Αρκαδία ενάντια στον Κολοκοτρώνη. Ο Αναγνωσταράς πάει με τους νησιώτες. Συνάμα το εχτελεστικό του Κουντουριώτη ορίζει στις 2 Μάρτη έδρα του τ’ Ανάπλι. Ο γιος του Κολοκοτρώνη, ο Πάνος, αρνιέται να το παραδώσει. Η κυβέρνηση τον κηρύσσει αποστάτη και διατάζει την πολιορκία τ’ Αναπλιού. Οι Ζαΐμης—Λόντος και ο Νοταράς με ρουμελιώτες εκστρατεύουν κατά του Κολοκοτρώνη. Τις ταξικές αντιθέσεις, που παν να βρουν με τα όπλα τη λύση τους, αρχίζουν να τις οξύνουν οι ξένες Δυνάμεις. Η Αγγλία υποδείχνει την εξόντωση της στρατιωτικής μερίδας Κολοκοτρώνη—Ανδρούτσου—Υψηλάντη—που τους θεωρούν πράχτορες της Ρωσίας. Οι δυο παρατάξεις αρχίζουν να διαμορφώνονται και σαν «ξενικά» κόμματα. Το «αγγλικό» των εμποροκοτζαμπάσηδων με το Μαυροκορδάτο και το «ρούσικο»», των μεγαλοκαπεταναίων με τον Κολοκοτρώνη επικεφαλής.

Ο Κολοκοτρώνης, άμα κινήθηκαν οι αντίπαλοι ενάντιά του, βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Στηριζόταν κυρίως στους αγρότες της Αρκαδίας και τους καπεταναίους. Οι Δημητσανίτες, αυτή την εποχή έγραψαν ένα γράμμα στο Λόντο, του εξέθεταν τις φοβερές καταπιέσεις που δοκίμαζαν απ’ το γιο του Κολοκοτρώνη, το Γενναίο, και τον εξόρκιζαν να βρει τρόπο να τους γλυτώσει από «το ανήμερο αυτό θεριό». Έτσι ο Γέρος υποχώρησε αφού πήρε αμνηστεία κι ο Πανος παράδωσε τ’ Ανάπλι στην κυβέρνηση Κουντουριώτη. Στο μεταξύ ο Κολοκοτρώνης ερέθιζε το Ζαΐμη ενάντια στους νησιώτες, «θέλεις τ’ Ανάπλι. τούγραφε, πάρτο μα μην αφήσεις και καβαλλικέψει ξένος το άτι του Μωριά». Η πολιτική του Γέρου κερδίζει έδαφος. Ύστερα από λίγους μήνες, τον Οχτώβρη 1824, βγαίνει καινούριο εχτελεστικό) με την παλιά σύνθεση σχεδόν, από τους Γ. Κουντουριώτη, Π. Μπόταση, Αν. Σπηλιωτάκη, I. Κωλέττη και Ασ. Φωτήλα. Τους άρχοντες του Μωριά τους αντιπροσωπεύει μόνο ο Φωτήλας. Οι Ζαΐμης—Λόντος— Νοταράδες συνεννοούνται με τον Κολοκοτρώνη για ν’ ανατρέψουν την κυβέρνηση.

Τα μηνύματα ότι έρχονται οι λίρες του πρώτου δανείου επιταχύνουν την εξέλιξη. Ο Φωτήλας αποχωρεί απ’ την κυβέρνηση. Έτσι αρχίζει ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος. Η κυβέρνηση δουλεύει αποφασιστικά. Μπάζει τα ρουμελιώτικα στρατεύματα στο Μωριά. Οι καπεταναίοι της Ρούμελης Γούρας, Καραΐσκάκης, Τζαβέλας κλπ. διαλύουν τους αντιδραστικούς στην Κορινθία, Αχαγιά, Μεσσηνία, ρημάζουν τα υποστατικά του Ζαΐμη και ανεβαίνουν στην Αρκαδία. Σε μια μικροσυμπλοκή κοντά στην Τρίπολη σκοτώνεται ο Πάνος, γιος του Κολοκοτρώνη. Ο Γέρος υποχωρεί, παραδίνεται και η κυβέρνηση τον μεταφέρνει με τους Ντεληγιανναίους, τους Σισίνηδες, το Νοταρά κι άλλους πρόκριτους στην Ύδρα και τους κλείνει σ’ ένα μοναστήρι. Ο Ζαΐμης και ο Λόντος πέρασαν στη δυτική Στερεά και κει τους έδωσαν άσυλο φίλοι τους με γνώση και υπόδειξη του Μαυροκορδάτου. Έμεινε ο Ανδρούτσος που είχε συνεννόηση για συνεργασία με τους τούρκους. Ενάντιά του έστειλαν το Γούρα. Ο Οδυσσέας παραδόθηκε με την υπόσχεση ότι θα του δώσουν αμνηστία. Τον πήγαν· στην Αθήνα, τον έκλεισαν σ’ ένα μικρό πύργο στην Ακρόπολη. Ο Κολοκοτρώνης, που στο μεταξύ είχε αποφυλακιστεί, ο Νικηταράς, ο Υψηλάντης, ο Καραϊσκάκης συνεννοούνται να βρουν τρόπο να τον απελευθερώσουν. Στις 26 Ιούλη 1825 οι φρουροί του τον βασάνισαν, τον σκότωσαν, τον γκρέμισαν κάτω από το κάστρο και διάδωσαν πώς δοκίμασε να δραπετεύσει και σκοτώθηκε.

Εδώ είνε ανάγκη να τονιστεί ότι οι εμποροκοτζαμπάσηδες με τη στενόκαρδη και εγωιστική τους πολιτική έσπρωχναν τους καπεταναίους στο αδιέξοδο. Ανίκανοι να οργανώσουν κεντρική εξουσία και να οδηγήσουν το έθνος στον πόλεμο δεν άφηναν ούτε τους στρατιωτικούς να πολεμήσουν. Με τους μιστούς και τα ξένα δάνεια άπλωναν τη διαφθορά και την αποσύνθεση. Με τις μηχανορραφίες και τον εξοντωτικό κατατρεγμό έσπρωχναν στο χαμό πολεμιστές που μπορούσαν να προσφέρουν ανεχτίμητες υπηρεσίες στον αγώνα. Ο Μακρυγιάννης εκφράζοντας τον πόνο των αγωνιστών λέει κάποτε στο Ζαΐμη: «…Τι είναι αυτά ίπου κάνετε αδελφοί; Εσύσαι ο Ζαΐμης, εσείς είσαστε οι Λονταίγοι, οι Νοταραίγοι και οι άλλοι σημαντικοί της πατρίδας; Δε χορτάσατε τόσους μήνες σκοτώνοντας τους καλύτερους έλληνες δια τα κέφια σας;».

Οπωσδήποτε από τις αρχές του 1825 η εξουσία πέρασε στους εμποροκαραβοκυραίους που συνεργάζονται με τ’ αριστερά ριζοσπαστικά στοιχεία. Η εσωτερική πάλη εξελισσόταν ομαλά, όπως γίνεται σ’ όλες τις επαναστάσεις. Χτυπήθηκαν πρώτα οι μεγαλοκαπεταναίοι. Ύστερα ενώθηκαν μαζί τους και χτυπήθηκαν μαζί τους οι πρόκριτοι του Μωριά και η εξουσία πέρασε στους εμποροκαραβοκυραίους που συνεργάζονται με τα αριστερά ριζοσπαστικά στοιχεία. Εδώ βρίσκονταν μικροκαπεταναίοι της Ρούμελης, μικρότεροι τσιφλικάδες, λόγιοι, υπάλληλοι, παλιοί φιλικοί σαν τον Παπαφλέσσα, μεγάλες αγροτικές και λαϊκές μάζες. Ο Κωλέττης φανερώνεται σαν πολιτικός αρχηγός σ’ αυτό τον ανομοιόγενο συνασπισμό. Κατάγεται από τα Βλαχοχώρια της Ηπείρου, σπούδασε γιατρός στην Ιταλία, δούλεψε στην αυλή του Αλή πασά και εκεί έμαθε την τέχνη της μηχανορραφίας. Είνε τύπος δημοκόπου πολιτικάντη, καιροσκόπου που δύσκολα ξεχωρίζει από τον πολιτικό τυχοδιώκτη. Στηρίζεται καθαυτό στους μικροκαπεταναίους της Ρούμελης, διαμορφώνεται σ’ αρχηγό του τρίτου «γαλλικού» πολιτικού κόμματος. Με την επικράτηση των εμπόρων αρχίζει να αναπτύσσεται η διαπάλη ανάμεσα σ’ αυτούς και τις διάφορες ομάδες, που αποτελούσαν το ριζοσπαστικό συνασπισμό. Οι υδραίοι βλέπουν με ανησυχία την αυξανόμενη δύναμη του Κωλέττη, ο Παπαφλέσσας κοιτάζει εχτρικά νησιώτες και Κωλέττη και τα αριστερότερα δημοκρατικά στοιχεία αρχίζουν να κινούνται ζωηρότερα. Χαραχτηριστικό για τις κοινωνικό-πολιτικές ζυμώσεις που γίνονται αυτόν τον καιρό είνε το υπόμνημα προς την κυβέρνηση του υπαλλήλου Ν. Φλογαΐτη. Εξετάζει το αγροτικό ζήτημα και προτείνει το μοίρασμα της εθνικής γης στους αγρότες με μια ασήμαντη αποζημίωση. Αυτές τις εξελίξεις και την παραπέρα ανάπτυξη της ταξικής πάλης τη σταμάτησε η απόβαση των αραπάδων στην Πελοπόννησο. Ο εθνικός κίνδυνος, έβανε στην πρώτη γραμμή τη σωτηρία της εθνικής επανάστασης και αποκατάστησε ξανά το εθνικό μέτωπο, όπως θα δούμε.