Γιάννη Ζέβγου, Σύντομη Μελέτη της Νεοελληνικής Ιστορίας – 9

0
84

Με αφορμή τη συμπλήρωση 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821 δημοσιεύουμε σε συνέχειες το εξαιρετικά επίκαιρο έργο του Γιάννη Ζέβγου «Σύντομη Μελέτη της Νεοελληνικής Ιστορίας». Το έργο αυτό αναδεικνύει – εν συντομία – όλες εκείνες τις πτυχές της Ελληνικής ιστορίας που σε άμεση σύνδεση και αλληλεπίδραση μεταξύ τους οδήγησαν στην δημιουργία ένος ανελεύθερου κράτους το οποίο δεν δικαιώνει τις προσδοκίες του λαού για οικονομική και πολιτισμική άνθιση καθώς και κοινωνική δικαιοσύνη.


Μπορείτε να βρείτε το 8ο μέρος εδώ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

Η ΕΘΝΙΚΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

Την επανάσταση θα τη χωρίσουμε σε τρεις περιόδους. Η πρώτη περίοδος κλείνει στις αρχές του 1825 και χαραχτηρίζεται απ’ τη νικηφόρα πορεία της επανάστασης. Η δεύτερη περίοδος κλείνει στο τέλος του 1827. Η επανάσταση παίρνει τον κατήφορο σ’ αυτή την περίοδο που κλείνει με το Ναυαρίνο και τον ερχομό του Καποδίστρια σαν κυβερνήτη. Η τρίτη περίοδος κλείνει με τον ερχομό του Όθωνα στις αρχές του 1833. Είνε σωστό ότι οι τελευταίες μάχες με τους τούρκους δίνονται στα 1829. Ωστόσο και στα κατοπινά χρόνια, ως τα 1833, η Ελλάδα βρίσκεται σ’ ένα διαρκή εμφύλιο αγώνα και τα οριστικά σύνορά της μόλις στα 1832 καθορίζονται.

ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ (1821-1825)

1. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΙΣ ΗΓΕΜΟΝΙΕΣ

Ο Αλ. Υψηλάντης πέρασε τον ποταμό Προύθο και στις 22 Φλεβάρη 1821 μπήκε στο Ιάσιο της Μολδαβίας. Από κει δημοσίευσε προκήρυξη «προς τους άνδρας γραικούς, όσοι ευρίσκονται εις Μολδαβίαν. και Βλαχίαν». Εδώ φαίνεται η πολιτική του Υψηλάντη που έχει καταδικάσει από πριν το κίνημα σε αποτυχία. Απευθύνεται για επανάσταση μόνο σε γραικούς που ήταν οι πραγματικοί τύραννοι του λαού των ηγεμονιών και αγνοεί το ντόπιο πληθυσμό που θα στήριζε και θα κινούσε την επανάσταση. Στην προκήρυξη μιλάει για επικείμενη βοήθεια της Ρωσίας. «Κινηθήτε φίλοι, γράφει, και εν τω άμα μία μεγάλη δύναμις θέλει παρουσιασθή προστατις των ημετέρων δικαίων». Ο Υψηλάντης δεν έχει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του ελληνικού στοιχείου και ελπίζει πριν απ’ όλα στην ενίσχυση της Ρωσίας του τσάρου.

Σε λίγες μέρες μπαίνει στο Βουκουρέστι, την πρωτεύουσα της Βλαχίας. Εκεί έρχονται τα κακά μαντάτα. Ο πατριάρχης αφορίζει με φριχτές κατάρες τους επαναστάτες και ο τσάρος αποκηρύσσει το κίνημα, τον διαγράφει απ’ τις τάξεις του ρούσικου στρατού και διατάζει τα ρούσικα στρατεύματα των συνόρων να κρατήσουν αυστηρή ουδετερότητα. Ο Υψηλάντης έχει στη διάθεσή του πάνω απο 7.000 στρατό και δοκιμασμένους καπεταναίους σαν το Γ. Ολύμπιο και το Φαρμάκη. Έχει τον Ιερό Λόχο που τον αποτέλεσαν 500 σπουδαστές αποφασισμένοι για κάθε θυσία. Έχει το διοικητικό μηχανισμό των δυο ηγεμονιών και τα πλούτη τους. Μα είνε φαναριώτης και στρατιωτικός τσαρικός. Δεν πιστεύει στην Επανάσταση και νιώθει τη ντόπια αγροτική μαζα νάνε εχτρική στο κίνημά του. Ο ντόπιος καπετάνιος, ο Βλαδιμηρέσκου, επαναστατεί κι αυτός μα δεν είνε διατεθειμένος να πολεμήσει για να σταθεροποιήσει την ελληνική κυριαρχία. Ο Βλαδιμηρέσκου καλεί τους αγρότες να σηκωθούν και τείνει να οργανώσει ανεξάρτητο αγώνα για να επιτύχει την ανεξαρτησία της πατρίδας του. Ο Γ. Ολύμπιος τον πιάνει και το στρατοδικείο του Υψηλάντη τον θανατώνει. Οι ρουμάνοι τον θεωρούν εθνικό τους ήρωα. Ο Σάββας, άλλες δυνατός καπετάνιος, πέρασε ανοιχτά με τους τούρκους. Στο μεταξύ τούρκικος στρατός μπήκε στις ηγεμονίες, νίκησε τους επαναστάτες την 1 Μάη στο Γαλάζι, στα τέλη Μάη στο Τιργοβίστι και ο Υψηλάντης αποχωρεί ολοένα προς τα αυστριακά σύνορα. Στις 6 Ιούνη οι τούρκοι καταστρέφουν στο Δραγατσάνι τον Ιερό λόχο και στις 15 Ιούνη ο Υψηλάντης με το Λασάνη και λίγους ακόμα συντρόφους περνάν στην Αυστρία. Εκεί τους πιάνουν και τους κρατάν φυλακισμένους στο φρούριο Μουγκάτς. Σε τελευταία του προκήρυξη αποδίνει την ήττα στο στρατό και βρίζει τους λαούς σαν αγέλες από ανδράποδα.

Ο Αθ. Καρπενησιώτης, πολλοί καπεταναίοι και παλληκάρια σκοτώνονται σε μάχες στον Προύθο. Οι Γ. Ολύμπιος και Φαρμάκης γυρίζουν πίσω μη έχοντας εμπιστοσύνη στην Αυστρία. Σκοπεύουν να περάσουν στην Ελλάδα. Ο Γ. Ολύμπιος, πολιορκημένος στο μοναστήρι του Σέκου απ’ τους τούρκους, έβαλε φωτιά στη μπαρούτη του καμπαναριού και τινάχτηκε στον αέρα. Το Φαρμάκη τον πιάσαν, τον μετάφεραν στην Πόλη, όπου τον σκότωσαν με βασανιστήρια. Το κίνημα στις ηγεμονίες απότυχε πριν απ’ όλα γιατί δεν είχε κοινωνική βάση. Οι ντόπιοι πληθυσμοί το αντιμετώπισαν όχι με συμπάθεια και ακόμα οι αρχηγοί του κινήματος αποδείχτηκαν πολιτικά και στρατιωτικά ανίκανοι. Ωστόσο μ’ όλη την οιχτρή του αποτυχία ωφέλησε την ελληνική επανάσταση. Οι τούρκοι αναγκάστηκαν να ρίξουν εκεί μεγάλες δυνάμεις και να τις κρατήσουν για πολύν καιρό από φόβο επέμβασης της Ρωσίας.

2. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ — ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΚΑΙ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Στην Πελοπόννησο Η Πελοπόννησος ήταν το πιο αναπτυγμένο οικονομικοπολιτικά τμήμα της ηπειρωτικής Ελλάδας. Τα πνεύματα ήταν αναστατωμένα με το έμπα του 1821. Κατηχητές της Φιλικής, γιομάτοι πίστη κ’ ενθουσιασμό γυρνάν στις επαρχίες και ανάβουν τις μάζες. Με κάθε τρόπο απ’ τις μεγάλες πόλεις φεύγουν όπλα και κρύβονται στα χωριά. Οι μπαρουτόμυλοι της Δημητσάνας, των Σπηλιωτοπουλαίων δουλεύουν νύχτα-μέρα για να κάνουν εφόδια. Η ατμόσφαιρα είνε κορωμένη από επαναστατικόν ηλεχτρισμό. Οι κοτζαμπάσηδες κάθονται σ’ αναμμένα κάρβουνα. Περίμεναν νάρθει και να τους φέρει νέα απ’ τη Ρωσία ο Καμαρινός. Μα αντίς για τον Καμαρινό ξεμπαρκάρει στα τέλη του 1820 ο Παπαφλέσσας, παίρνει δρόμο στις επαρχίες και παντού εξαγγέλλει πως φτάνουν χιλιάδες ρώσοι επικουρία. Το Γενάρη βγαίνει στη Μάνη κι ο Κολοκοτρώνης κι αρχίζει τις κουβέντες να μονιάσει τους Μαυρομιχαλαίους με τους Τρουπάκηδες και Γρηγοράκηδες για να ριχτούν όλοι μαζί στον αγώνα.

Τον ίδιο καιρό, στις 5 του Γενάρη, ο Χουρσίτ-πασάς φεύγει για τα Γιάννενα να πολεμήσει τον Αλή και οι μάζες ξεθαρρεύουν ακόμα. Κι όσοι δεν είνε μυημένοι μυρίζουν νάρχεται μπόρα. Οι τούρκοι κάτι μυρίζονται κι αυτοί και καλούν δεσποτάδες και κοτζαμπάσηδες να πάνε στην Τρίπολη. Τους θέλουν για όμηρους. Αυτοί φοβούνται να πάνε, γιατί μπορεί ν’ αρχίσει η εξέγερση και να χαθούν. Ούτε τολμάν να προσχωρήσουν στην επανάσταση. Σε σύσκεψη αποφασίζουν να μην πάνε και με διάφορες προφάσεις να τραινάρουν το πράμα. Ένα μέρος πάνε. Ο Πετρόμπεης στέλνει το γιο του Αναστάση και ένα ανεψιό του. Πάει ένας Ντεληγιάννης, αρκετοί δεσποτάδες. Καμμιά εικοσαριά όλοι – όλοι. Οι τούρκοι τους φυλακίζουν στα υπόγεια του σαραγιού.

Οι άλλοι, κυρίως αυτοί της Αχαγιάς, Ζαΐμης, Λόντος, Παλαιών Πατρών Γερμανός, γυρεύουν να πιάσουν τον Παπαφλέσσα, να τον σκοτώσουν ή να τον κλείσουν σε μοναστήρι. Τον καλούν σε σύσκεψη στη Βοστίτσα, που γίνεται στις 26 Γενάρη στο σπίτι του Λόντου. Είνε δυο Ζαίμηδες, ο Λόντος, ο Χαραλάμπης, ο Παπαδιαμαντόπουλος, ο Θεοχαρόπουλος και τρεις δεσποτάδες.

Ο Σωτ. Χαραλάμπης εκφράζει την αγωνία των κοτζαμπάσηδων «αφού σκοτώσωμεν τους Τούρκους είς ποιον θα παραδοθώμεν. Ποιον θα έχωμεν ανώτερον; Ο ραγιάς ευθύς αφού πάρη ταόπλα δεν θα μας ακούει και δεν θα μας σέβεται και θα πέσωμε στα χέρια εκείνου, οοποίος προολίγου δεν ημπορούσε να κρατήση το πηρούνι να φάη» και έδειξε τον αδελφό του Παπαφλέσσα. Ο Παπαφλέσσας τον καθησύχασε πως αυτοί οι άρχοντες θα πάρουν τη θέση των αγάδων. Τους μιλάει όπως λίγους μήνες πριν στο στρατιωτικό συμβούλιο του Υψηλάντη. Τότε παρουσίασε ψεύτικες αναφορές πως όλα είνε έτοιμα στην Πελοπόννησο. Και τόρα επαναλαβαίνει στους κοτζαμπάσηδες όσα έλεγε στο λαό για ρούσικη βοήθεια. Ο δεσπότης Γερμανός τον βρίζει απατεώνα και «εξωλέστατο». Ο Παπαφλέσσας αδιαφορεί. Άλλωστε έχει πάρει τα μέτρα του. Έχει τον αδελφό του με τα παλληκάρια του. Είνε κι ο ίδιος αρματωμένος. Φεύγει και «καταπείσας τον Ν. Σουλιώτην ν’ αρχίση τας πρώτας εν τη επαρχία Καλαβρύτων εχθροπραξίας περιήγαγε τον Ασημάκη Ζαΐμη και κατόπιν όλους τους λοιπούς εις την ανάγκην να παρακολουθήσωσι το ρεύμα», γράφει ο Παπαρρηγόπουλος. Μαζί του συμφωναν όλοι οι αστοί ιστορικοί κι ο σύγχρνος της επανάστασης Σ. Τρικούπης, ότι η επανάστάση ξέσπασε παρά και ενάντια στη θέληση όλων, δηλαδή των εμπορο-κοτζαμπάσηδων. Ο Σουλιώτης χτύπησε τους χαρατζήδες στις 16 Μάρτη και στις 21 χτύπησε μαζί με τους Πετμεζαίους τον Αρναούτογλου στα Καλάβρυτα.

Στην Κόρινθο αργότερα ο Παπαφλέσσας βάνει και καίνε τα σεράγια του Κιαμήλ μπέη, ενοχοποιεί τους Νοταράδες και τους αναγκάζει να βγούνε στον αγώνα. Στις 21 Μάρτη επαναστάτησε η Πάτρα. Ο λαός νίκησε τη φρουρά και με αρχηγούς τον Παν. Καρατζά, ζακυθινοί και κεφαλλωνίτες με το Λιβαδά και το Ν. Γερακάρη παίρνουν μέρος στον αγώνα και πολιορκούν το κάστρο. Ο Παν. Καρατζάς, δραστήριος και τολμηρός άνθρωπος του λαού, είνε η ψυχή και ο αρχηγός της μάζας. Είνε τσαγκάρης. Από χρόνια συγκρουόταν με τους τούρκους. Είχε φύγει στη Ζάκυνθο και υπηρέτησε τρία χρόνια στην «ελληνική λεγεώνα». Σαν φιλικός πήρε την πρωτοβουλία της εξέγερσης και της πρώτης νίκης της. Στις 24 Μάρτη έρχονται στην Πάτρα οι κοτζαμπάσηδες της Αχαΐας Ζαΐμης, Λόντος, Χαραλάμπης και ο δεσπότης Γερμανός και συσταίνουν το «Αχαϊκόν διευθυντήριον» παραμερίζοντας τον Καρατζά και τους άλλους λαϊκούς ηγέτες. Μα φάνηκαν ανίκανοι να καθοδηγήσουν τον αγώνα και σε λίγο φτάνει ο Γιουσούφ με στρατό από τα Γιάννενα, μπαίνει στην Πάτρα στις 3 Απρίλη. Οι έλληνες πιάνουν τα γύρω χωριά και οργανώνουν πολιορκητικό στρατόπεδο. Οι λαϊκοί, αγωνιστές παλεύουν στις πρώτες γραμμές κι ο Καρατζάς μεταβάλλεται σε πραγματικό αρχηγό του πολιορκητικού στρατού. Η διαπάλη οξύνεται με τους κοτζαμπάσηδες και στις 4 Αύγουστου ένας Κουμανιώτης σκοτώνει τον Καρατζά. Οι πολιορκητικές δυνάμεις διαλύθηκαν και η Πάτρα έμεινε ως το τέλος της επανάστασης στα χέρια των τούρκων.

Ο ίδιος ο Παπαφλέσσας βρίσκεται στην άλλη άκρη του Μωριά. Είνε στον Ταΰγετο, έξω από την Καλαμάτα και συνεργάζεται με τον Κολοκοτρώνη, Νικηταρά, Κεφάλα· παίρνουν τα μπαρουτόβολα που βγήκαν στον Αλμυρό, αρματώνουν ως 2.000 και πολιορκούν στις 21 του Μάρτη την Καλαμάτα. Ο Πετρόμπεης, για να μη μείνει όξω, κατεβαίνει με τους μανιάτες στις 23 του Μάρτη, τη μέρα που μπαίνουν στην πόλη. Ο Πετρόμπεης ιδρύει με πρόκριτους τη «Μεσσηνιακή γερουσία» στις 24 Μάρτη. Από κει ο Κολοκοτρώνης με 300 μανιάτες ανεβαίνει, με ανεμιστές τις επαναστατικές σημαίες, προς την Αρκαδία. Ανεβαίνοντας ο Κολοκοτρώνης προς την Αρκαδία ντουφέκιζαν «και ακούοντας τις μπαταριές ο κόσμος εκινήθηκαν όλοι». Έτσι η εξέγερση γενικεύτηκε σ’ όλη την Πελοπόννησο και πήρε μαζικό χαραχτήρα. Η αγροτιά ξεκαθάρισε την ύπαιθρο: δυο χιλιάδες τούρκικοι πύργοι κάηκαν κι όσοι τούρκοι δεν πρόφτασαν να κλειστούν στα κάστρα σκοτώθηκαν.

Γύρω από την Καρύταινα μαζεύονται στα τέλη του Μάρτη έξη χιλιάδες έλληνες κοντά στον Κολοκοτρώνη και στους άλλους καπεταναίους που ανέβηκαν από την Καλαμάτα. Είνε αρματωμένοι με ρόπαλα, δρεπάνια, μαχαίρια, σίδερα κάθε λογής και λίγοι έχουν τουφέκια και είνε ολότελα απόλεμοι. Γι’ αυτό και διαλύθηκαν μόλις φάνηκε τούρκικος στρατός από την Τρίπολη. Τότε οι άλλοι καπεταναίοι γυρνάν στη Μεσσηνία. Στο μεταξύ οι Ντεληγιανναίοι αναγνωρίζουν τον Κολοκοτρώνη γι’ αρχηγό της Γορτυνίας.

Ο Κολοκοτρώνης, με το έμπειρο μάτι του παλιού κλέφτη που μαθήτευσε στον εγγλέζικο στρατό, θέλει να χτυπήσουν την Τρίπολη, την πρωτεύουσα και την καρδιά της Πελοποννήσου. Τραβάει μόνος του στα ορεινά χωριά του Μαινάλου με σχέδιο να οργανώσει στρατόπεδα γύρω απ’ την Τρίπολη. Σε λίγο, στα βουνά, σε αχτίνα 2—5 ώρες απ’ την Τρίπολη αγρότες απ’ όλες τις επαρχίες της Πελοποννήσου μ’ επικεφαλής τους τοπικούς καπεταναίους, οργανώνουν στρατόπεδα στο Βαλτέλτσι, Πιάνα, Χρυσοβίτσι, Λεβίδι, Βέρβαινα, Κερασιά, Πάπαρι. Ελέγχουν όλους τους δρόμους που πηγαίνουν στην Τρίπολη. Ο Χουρσίτ Πασάς απ’ τα Γιάννενα στέλνει επικουρία στην Τρίπολη, γιατί έχει εκεί τα χαρέμια και τους θησαυρούς του, με το Μουσταφάμπεη που φτάνει στην Τρίπολη αφού έκαψε στο δρόμο τη Βοστίτσα, το Άργος και έλυσε την πολιορκία της Ακροκορίνθου και του Αναπλιού. Οι τούρκοι βγαίνουν κάθε μέρα και τα στρατόπεδα κάνουν ένα είδος πολεμικά γυμνάσια. Ο Κολοκοτρώνης στο μεταξύ οργανώνει φρουρά προσωπική από γορτυνίους, ζυγοβιστινούς, μαζεύει γύρω του καπεταναίους σαν το Νικηταρά, τον Πλαπούτα, προσπαθεί να οργανώσει πειθαρχημένα σώματα από τους αγρότες, δημιουργεί δεσμούς μαζί τους.

Οι τούρκοι στις 12 του Μάη με 8.000 στρατό χτυπάν το Βαλτέτσι όπου είνε ταμπουρωμένοι 850 έλληνες με το Λιά Μαυρομιχάλη, το Μητροπέτροβα, τον Κυρ. Μαυρομιχάλη και άλλους. Η μάχη βαστάει όλη την ημέρα. Ο Κολοκοτρώνης άγρυπνος, πάει επικουρία ο ίδιος και ειδοποιεί και τ’ άλλα στρατόπεδα να τρέξουν. Την άλλη μέρα οι έλληνες κάνουν αντεπίθεση και νικάν την πρώτη μεγάλη νίκη και στις 18 του Μάη νικάν για δεύτερη φορά τους τούρκους στα Δολιανά, όπου ξεχώρισε για την αντριωσύνη του ο Νικητηράς. Τα στρατόπεδα τώρα κατεβαίνουν στα ριζοβούνια, προχωράν στον κάμπο και ο κλοιός όλο και σφίγγει γύρω απ’ την Τρίπολη.

Το μίσος ενάντια στον εθνικό εχτρό και το πάθος της εκδίκησης είνε κορυφωμένα. Ο σουλτάνος άμα έμαθε την επανάσταση στις ηγεμονίες και τα σχέδια των φιλικών για την Πόλη έβγαλε φιρμάνι και κάλεσε τους τούρκους να οπλιστούν. Στις αρχές του Απρίλη αρχίζουν στην Πόλη σφαγές. Σκότωσαν πολλούς φαναριώτες. Για τρομοκρατία κρέμασαν στις 10 Απρίλη τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’ και άλλους δεσποτάδες και έκαναν άγριες σφαγές στη Σμύρνη, Κυδωνιές, Ρόδο, Κύπρο, Κρητη. Αυτές οι ειδήσεις φανάτιζαν τον επαναστατημένο λαό και απ’ όλη την Πελοπόννησο μαζεύονται μπουλούκια οι αγρότες στην Τρίπολη. Έχουν έρθει ακόμα και υδραίοι και σπετσιώτες με τη Μπουμπουλίνα. Γύρω εδώ βρίσκονται οι πιο μεγάλοι κοτζαμπάσηδες του Μωριά. Στο στρατόπεδο των Βερβαίνων ανέβηκε ο Υψηλάντης. Στα Τρίκορφα ήρθε ο Μαυροκορδάτος. Γύρω εδώ έγιναν οι πρώτες εμφύλιες διαμάχες. Κοντά στο πάθος της εκδίκησης τους τραβάει και η δίψα του πλιάτσικου.

Το Σεπτέμβρη οι πολιορκημένοι πεινάνε μα οι κοτζαμπάσηδες δεν αποφασίζουν έφοδο. Θέλουν να πάρουν με παζαρέματα την Τρίπολη για να βάλουν στο χέρι τα πλούτη της. Μα τα παλληκάρια, πρώτος ο Παν. Δούνιας από την Κυνουρία, με δική τους πρωτοβουλία, ανεβαίνουν στο κάστρο, πιάνουν την πόρτα του Αναπλιού και μ’ έφοδο μπαίνουν από παντού στην Τρίπολη. Η σφαγή ήταν τρομερή. Βάσταξε τρεις μέρες και πάνω από δέκα χιλιάδες τούρκοι σκοτώθηκαν. Με ιδιαίτερο φανατισμό σκότωναν τους εβραίους γιατί αυτοί, λέει, σύραν το νεκρό του πατριάρχη στους δρόμους. Κι αυτό έγινε σ’ όλη την επαναστατημένη Ελλάδα, έτσι που οι εβραίοι ξεκαθαρίστηκαν. Το εμπορικό κεφάλαιο βρήκε τον τρόπο να γλυτώσει από τους πιο σοβαρούς του ανταγωνιστές.

Το πάρσιμο της Τρίπολης ασφάλισε την επανάσταση στην Πελοπόννησο. Εκμηδενίστηκε η κυριότερη πολεμική δύναμη των τούρκων που βρισκόνταν στο Μωριά. Ο λαός γιόμισε όπλα. Το ηθικό του πύργωσε και μόνο οι κοτζαμπάσηδες λυσσούσαν απ’ το κακό τους. Απ’ αυτή τη στιγμή είχαν αναγνωρίσει και την εξουσία του Υψηλάντη, όπως θα δούμε, «Άστους, λέει ο Κολοκοτρώνης, έλπιζαν να κληρονομήσουν τους τούρκους και να μείνουν αυτοί στον τόπο τους, μα αργά το συλλογίστηκαν». Οι νίκες γύρω από την Τρίπολη και το πάρσιμό της οφείλονταν αποκλειστικά στον Κολοκοτρώνη, που απόχτησε τόση επιρροή και γερούς δεσμούς με την αγροτιά. Από παλιά ξακουσμένη οικογένεια κλεφτών, στηρίζεται στην αγροτική μάζα, ιδίως της Αρκαδίας, πιστεύει στις δυνάμεις της και από την επαναστατική της πάλη περιμένει τη λευτεριά της Ελλάδας, που την ποθεί ολόψυχα. Ο Ν. Ζαχαριάδης φέρνει τους Κολοκοτρωναίους σαν υπόδειγμα εθνικών αγωνιστών. Από παιδί κλέφτης, χιλιοκυνηγημένος, ο Θ. Κολοκοτρώνης, έκανε τον κουρσάρο με τους αρματολούς του Ολύμπου στη Σκιάθο, έγινε ταγματάρχης στον αγγλικό στρατό των Εφτάνησων και ξαίρει να χρησιμοποιεί υπέροχα τις υπάρχουσες στρατηγικές δυνατότητες. Άμα δε μπορεί να χτυπηθεί κατά μέτωπο με τον εχτρό, τον χτυπάει στα πλάγια, πιάνει τα περάσματα στα βουνά, του κόβει τις συγκοινωνίες και τον τσακίζει κομματιαστά, όπως θέλει αυτός ή τον γονατίζει απ’ την πείνα. Έτσι έγινε στην Τρίπολη με το Δράμαλη. Άμα δε μπορεί ούτε αυτό να κάνει, όπως έγινε με το Μπραΐμη, εφαρμόζει την ταχτική του κλεφτοπόλεμου και δε διστάζει να βάλει σ’ ενέργεια την επαναστατική τρομοκρατία. Κι όταν είνε ο πιο αδύνατος ξαίρει να επιτίθεται σε μονωμένα σημεία και να κρατεί ψηλά το ηθικό των οπαδών του. Απ’ τις πρώτες ως τις τελευταίες μέρες της επανάστασης, στάθηκε ο πολυμήχανος και ένδοξος πρόμαχός της και επιβλήθηκε σαν ταλαντούχος στρατιωτικός της αρχηγός στο Μωριά.

Ο Κολοκοτρώνης, εκφράζοντας τις τάσεις των μεγαλοκαπεταναίων, επιδιώκει να επιβληθεί κοινωνικά και βρίσκεται σε διαρκή ανταγωνισμό με τους άρχοντες του Μωριά και των άλλων περιφερειών, που συχνά του θυμίζουν την παλιά του ιδιότητα του «κλέφτη». Γύρω από την πολιτική του δράση σχηματίστηκε το «ρούσικο κόμμα» που με μια απολυταρχική εξουσία θα ικανοποιούσε τις βλέψεις και τις φιλοδοξίες των καπεταναίων. Έτσι ο Κολοκοτρώνης, ο πιο ένδοξος πολέμαρχος της επανάστασης, αποτελεί αντίδραση στην προσπάθεια για οργάνωση κρατικής εξουσίας απ’ τους αντιπάλους του.

Ο Κολοκοτρώνης μετά την Τρίπολη ετοιμάζεται να τραβήξει για την Πάτρα. Οι προεστοί της Αχαΐας δε θέλουν να του δώσουν την ευκαιρία να δοξαστεί και στον τόπο τους κ’ είνε έτοιμοι να τον χτυπήσουν και με τα όπλα. Βεβαιώνουν πως μπορούν και μοναχοί τους να πάρουν την Πάτρα. Ο Κολοκοτρώνης υποχωρεί. Σε τούτο το αναμεταξύ έπεσαν το Λάλα, η Μονεμβασιά, το Ναυαρίνο και πολιορκούν την Ακροκόρινθο και το Ανάπλι.

Στη Στερεά Στα τέλη του Μάρτη κινήθηκε η ανατολική Ελλάδα μ’ επικεφαλής το Διάκο, τον Πανουργιά, το Δυοβουνιώτη κι άλλους οπλαρχηγούς. Στην Αττική πρωτοστατεί άλλος λαϊκός αρχηγός. Ο Μελέτης Βασιλείου. Είνε αγρότης απ’ τη Χασιά και από πριν με τους χωριανούς του έχουν το δερβενλίκι της περιοχής κι έτσι έχουν όπλα. Άμα άρχισαν, το Μάρτη οι εξεγέρσεις γυρεύει από το βοεβόδα της Πόλης την άδεια να οπλίσει κόσμο δήθεν ενάντια στους κλέφτες, που τους υποκινούσε ο Αλής. Έτσι αρματώνει στο Μενίδι ως 1200 χωρικούς και στις 24 Απρίλη χτυπάν την Αθήνα. Νικάν τη φρουρά, την κλείνουν στην Ακρόπολη και την πολιορκούν. Όλη η ύπαιθρος της Αττικής ξεσηκώνεται με αρχηγό το Μελέτη. Οι πρόκριτοι τον υπονομεύουν και ο Υψηλάντης διορίζει αρχηγό τον υδραίο Γ. Νέγκα και ύστερα κάποιο Λ. Λυμπερόπουλο που συνεργάζεται με τους προεστούς της Αθήνας. Στέλνουν το Μελέτη στην Εύβοια μα έγινε ότι και στην Πάτρα. Η πειθαρχία και η μαχητικότητα της αγροτιάς σπάζουν και λύνεται η πολιορκία. Αργότερα οι πρόκριτοι βγάζουν 12μελή επιτροπή με τον πρόκριτο Μπενιζέλο Προκόπη επικεφαλής. Ο Μελέτης παραγκωνίστηκε για να ξαναφανεί αργότερα πάλι στις στιγμές κινδύνων οπότε και τον σκότωσαν οι πρόκριτοι. Στην Εύβοια σύγχρονα ξεσηκώθηκε η αγροτιά.

Ο Ομέρ Βρυώνης με 9.000 ξεκίνησε από τα Γιάννενα και μπήκε στη Φθιώτιδα. Τότε άρχισαν οι προδοσίες. Ο οπλαρχηγός της Υπάτης Κοντογιάννης δήλωσε αμέσως ουδετερότητα. Μόνο ο Διάκος κράτησε παλληκαρίσια στην Αλαμάνα. Εκεί λαβωμένος πιάστηκε αιχμάλωτος και τον πήγαν στη Λαμία. Αρνήθηκε να προσκυνήσει, σκυλόβρισε τους τούρκους και τον έψησαν ζωντανό στα τέλη του Απρίλη. Ο Διάκος καταγόταν από φτωχούς αγρότες, στάθηκε μια απ’ τις ηρωικότερες μορφές του 1821 και η θυσία του φανάτισε τους επαναστάτες.

Τις κατοπινές μέρες ο Οδ. Ανδρούτσος έπιασε το χάνι της Γραβιάς με 120 παλληκάρια. Και στις 8 Μάη κράτησε ολη τη μέρα πόλεμο με τους τούρκους που κατέβαιναν προς την Αττικοβοιωτία. Σκότωσαν 300 τούρκους και διπλάσιους επλήγωσαν. Αυτοί έχασαν 6 άνδρες. Τη νύχτα άνοιξαν μια πόρτα στη μάντρα και έφυγαν. Η αντίσταση της Γραβιάς καταφόβισε τους τούρκους. Προχώρησαν, έκαψαν τη Λειβαδιά, μα δεν κατάφεραν να διαλύσουν τους επαναστάτες ούτε στην Αττική, ούτε στην Εύβοια, όπου σκοτώθηκε σε μάχη ο Γωβγίνας και το χυνόπωρο γύρισαν στα Γιάννενα. Σ’ αυτό το μεταξύ ερχόταν ξοπίσω ο Βεϊράν πασάς με 8.000 στρατό. Χίλιοι επαναστάτες με τον Πανουργιά, το Δυοβουνιώτη, το Γούρα, τον κράτησαν στα Βασιλικά στις 26 Αύγούστου, τον νίκησαν και τον ανάγκασαν να γυρίσει πίσω.

Στη Δυτική Ελλάδα Στη δυτική Ελλάδα η επανάσταση άρχισε αργότερα. Στις 24 Μάη επαναστάτησε το Μεσολόγγι με τον οπλαρχηγό Μακρή και συνέχεια όλη η Αιτωλο-Ακαρνανία. Βορειότερα απ’ αυτές τις περιφέρειες λίγα πράματα έγιναν. Στην Ήπειρο τα Βλαχοχώρια επαναστάτησαν μα νικήθηκαν και κάηκαν. Στην Ήπειρο στο τέλος του 1821 μόνο το Σούλι κρατάει. Οι σουλιώτες πήραν το Σούλι απ’ τον Αλή το Δεκέμβρη του 1820. Χτυπάν το Χουρσίτ για να παρατείνουν τον εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στους τούρκους, προφασιζόμενοι ότι χτυπάν για τον Αλή. Κρατουν συμμαχία με τους αρβανίτες.

Στη Μακεδονία σηκώθηκε η Χαλκιδική το Μάη 1821 με το σερραιο Μαν. Παπά.

Στη Θεσσαλία σηκώθηκε το Πήλιο με τον οπλαρχηγό Κυρ. Μπασδέκη παρά τη θέληση των κοτζαμπάσηδων και με τον Άνθιμο Γαζή ίδρυσαν «Βουλή Θεσσαλο-Μαγνησίας». Όλα τούτα τα κινήματα τσακίστηκαν εύκολα από τους τούρκους. Οι υπόδουλοι πληθυσμοί της Μακεδονίας, Βουλγαρίας και των άλλων περιοχών της Τουρκίας δεν κινήθηκαν. Σ’ αυτές τις περιφέρειες οι συνθήκες δεν είχαν ωριμάσει για εξέγερση κι ούτε συμπαθούσαν τους έλληνες. Έτσι η επανάσταση γενικεύτηκε μονάχα στην καθαυτό Ελλάδα, εξόν από τη Θεσσαλία. Το κυριότερο χαρακτηριστικό της είνε ότι πήρε εξαρχής μαζικό χαραχτήρα, νίκησε την αντίδραση των κοτζαμπάσηδων, δεσποτάδων και ανάγκασε κι αυτούς ν’ ακολουθήσουν.

Τούτες οι μαζικές δυνάμεις πλαισιώθηκαν αυθόρμητα με στελέχη από παλιούς κλέφτες καπεταναίους και καινούριους αναδειγμένους αρχηγούς. Ορισμένες προσπάθειες, όπως λόγου χάριν του Υψηλάντη για οργάνωση ταχτικών σωμάτων, δεν έγιναν στα σοβαρά.

Στα νησιά Στα νησιά η εξέγερση ακολούθησε τον ίδιο δρόμο. Στην Ύδρα, την ακρόπολη του εμπορο-τραπεζιτικού κεφαλαίου, οι πρόκριτοι αντιδρούν στην επανάσταση. «Όσο ζουν οι ελέφαντες του απαθούς», γράφουν, δηλαδή η αρμάδα, δεν εννοούν να κινηθούν. Έχει αρχίσει η επανάσταση στο Μωριά κι αυτοί στέλνουν στην Πόλη τους 250 ναύτες, που ήταν υποχρεωμένοι να στέλνουν κάθε χρόνο για υπηρεσία στον τούρκικο ναύσταθμο. Ωστόσο ο αέρας της Ύδρας είνε αναμμένος. Οι ναύτες υποφέρουν από ανεργία. Από είκοσι χρόνια τους πιέζει και τους τρομοκρατεί ο ζαμπίτης. Τα συρε-φέρε των αποστόλων της εταιρίας έχουν κοινολογήσει το μυστικό της. Και η Ύδρα απέχει μια πιθαμή από το Μωριά. Άμα στην Πελοπόννησο γενικεύτηκε η εξέργεση ξεσπάει και στην Ύδρα ο κεραυνός. Ο πλοίαρχος Αντ. Οικονόμου, φιλικός, ξεσηκώνει τους ναύτες ενάντια στους άρχοντες. Στις 30 του Μάρτη επαναστατούν, αρματώνονται, ανατρέπουν την εξουσία του ζαμπίτη Κοκοβίλα, περιορίζουν τους άρχοντες, ιδρύουν ένα είδος επαναστατικής εξουσίας με τριμελή επιτροπή και επικεφαλής τον Οικονόμου. Οι άρχοντες σκύβουν το κεφάλι και αναγνωρίζουν την εξουσία του Οικονόμου. Λύνουν το πουγγί, προσφέρουν μεγάλα ποσά για τις πεινασμένες οικογένειες των ναυτών και για ν’ αρματώσουν τα καράβια. Στις 16 Απρίλη, μέσα σε τρελλό ενθουσιασμό, η λαϊκή εξουσία της Ύδρας κηρύσσει την επανάσταση. Στο μεταξύ επαναστάτησαν και οι Σπέτσες με πρωτοβουλία της δημοκρατικής μερίδας, καθώς και τα Ψαρά. Τα καράβια βγαίνουν εκστρατεία. Οι άρχοντες περίμεναν την ευκαιρία. Με τους πλοιάρχους Σαχτούρη και Κριεζή, που ζηλόφτονα είδαν την εξουσία του Οικονόμου, κάνουν αντεπανάσταση. Ο Οικονόμου μόλις καταφέρνει να γλυτώσει στις 12 του Μάη. Στο τέλος του χρόνου φεύγει απ’ το Μοναστήρι του Φονιά όπου τον έχουν κλείσει και πάει για την εθνοσυνέλευση. Οι έμποροι τρομοκρατημένοι γύρεψαν απ’ τον Υψηλάντη να βγάνει απ’ τη μέση τον Οικονόμου, γιατί αλλοιώς «ηΎδρα έχασε το παν και η Ελλάς την Ύδρα». Ο Ύψηλάντης έστειλε ένα μικροκαπετάνιο, τον Ξύδη και σκότωσε τον Οικονόμου άμα περνούσε κοντά στο Άργος.

Ο «μεγαλότολμος» Αντ. Οικονόμου βγήκε απ’ την τραχειά σχολή των ναυτικών της γενιάς του, σε πάλη με τις θάλασσες, με τους αποκλεισμούς, με τους κουρσάρους, στον ταξικό αγώνα, στην Ύδρα. Είχε καράβι δικό του, μα ναυάγησε και δούλευε σα δεύτερος καπετάνιος. Η τραγική δολοφονία του πήρε απ’ την επανάσταση ίσως τον καλύτερο εθνικο-λαϊκό της ηγέτη. Έτσι στους ηρωικούς ναυτες και στο λαϊκό αρχηγό τους της Ύδρας ανήκει η δόξα, ότι κίνησαν σ’ εθνική επανάσταση το μεγαλύτερο, αστικό κέντρο της Ελλάδας με τη λαϊκή τους διχτατορία. Σ’ αύτο σταμάτησαν. Ο Οικονόμου δεν πήρε απ’ τους άρχοντες τα πλοία να τα κάνει εθνικό πολεμικό στόλο, οπότε θάκανε ακίνδυνους τους άρχοντες. Δεν απόβλεψε σε συνεργασία με τα άλλα λαϊκά στοιχεία Παπαφλέσσα—για Οργάνωση κεντρικής εθνικο-λαϊκής κυβέρνησης. Μα ούτε οι εμποροκαραβοκυραίοι τόλμησαν να πισωγυρίσουν, ούτε μπορούσαν άλλωστε με την ανάπτυξη της επανάστασης.

Στο μεταξύ ο στόλος πήγε στα Ψαρά. Τότε βγήκε στη μέση το ζήτημα του μπουρλότου. Με μπουρλότο οι ρώσοι είχαν κάψει στα 1774 τον τούρκικο στόλο στον Τσεσμέ. Από παράδοση ήξαιραν οι ναυτικοί μας το μπουρλότο κι ο ψαριανός Παπανικολής με μπουρλότο καίει στην Ερεσσό ένα δίκροτο με 24 κανόνια. Η αρμάδα έφυγε για τα Στενά.

Την εξέγερση των τριών νησιών ακολούθησαν και τ’ άλλα νησιά του Αιγαίου. Όσες πληροφορίες έχουμε μαρτυράν, ότι η μάζα, με διάφορα λαϊκά στοιχεία επικεφαλής, πέρασε πάνου απ’ το κεφάλι των αρχόντων για να κηρυχτεί η επανάσταση. Στην Άντρο ο Μπαλής ξεσήκωσε τους αγρότες ενάντια στους προκρίτους και ύστερα κηρύχτηκε η επανάσταση. Στη Σάμο οι φιλικοί κίνησαν λαϊκή εξέγερση του σαμιώτικου λαού που ανέτρεψε τους άρχοντες κι αφού σήκωσαν το νησί σ’ επανάσταση, κάλεσαν στην καθοδήγηση τον εξόριστο στη Σμύρνη και παλιό επαναστάτη Λυκ. Λογοθέτη. Η επανάσταση ακολούθησε στην Κάσο και στην Κρήτη, στα νησιά του Αιγαίου εξόν στη Χιό, Μυτιλήνη και τις Σποράδες τον πρώτο χρόνο.

Επαναστατικά καράβια, ιδίως σπετσιώτικα και ψαριανά, από τις πρώτες μέρες της επανάστασης διατρέχουν το Αιγαίο, χτυπάν τα τούρκικα παράλια, αιχμαλωτίζουν τα τούρκικα καράβια που βρέθηκαν στις θάλασσες. Το ξυπνημένο μίσος του σκλάβου και οι σφαγές των τούρκων έχουν αγριέψει τους ναύτες και στις σφαγές των τούρκων απαντούν με σφαγές των αιχμαλώτων. Όπως στη στεριά έτσι και δω, φουντώνει το επαναστατικό πάθος και το αίμα ανοίγει άβυσσο ανάμεσα στους επαναστάτες και τους οθωμανούς. Για τους έλληνες δεν υπάρχει πια δρόμος για οπισθοχώρηση.

Στο μεταξύ η αρμάδα βγήκε και του κάκου δοκίμασε να χτυπήσει τη Σάμο. Οι σαμιώτες, οδηγούμενοι απ’ το Λογοθέτη, την απόκρουαν ωσότου ήρθε σε επικουρία ο στόλος. Η αρμάδα απομακρύνθηκε και παίρνοντας πληροφορίες και καθοδήγηση απ’ τις αγγλικές αρχές των Εφτάνησων, τροφοδότησε τα Μεθοκόρωνα, μπήκε στον Κορινθιακό, κατάστρεψε το Γαλαξίδι και γύρισε στην Κωνσταντινούπολη.

Μπορείτε να βρείτε το 10ο μέρος εδώ