Γιάννη Ζέβγου, Σύντομη Μελέτη της Νεοελληνικής Ιστορίας – 3

0
98

Με αφορμή τη συμπλήρωση 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821 δημοσιεύουμε σε συνέχειες το εξαιρετικά επίκαιρο έργο του Γιάννη Ζέβγου «Σύντομη Μελέτη της Νεοελληνικής Ιστορίας». Το έργο αυτό αναδεικνύει – εν συντομία – όλες εκείνες τις πτυχές της Ελληνικής ιστορίας που σε άμεση σύνδεση και αλληλεπίδραση μεταξύ τους οδήγησαν στην δημιουργία ένος ανελεύθερου κράτους το οποίο δεν δικαιώνει τις προσδοκίες του λαού για οικονομική και πολιτισμική άνθιση καθώς και κοινωνική δικαιοσύνη.


Μπορείτε να βρείτε το 2ο μέρος εδώ

3. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ «ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ»

Δυό αιώνες έχουν περάσει απ’ την ανάπτυξη της πνευματικής αναγέννησης στη Δύση, που έσπασε το θεοκρατικό και σχολαστικό μεσαιωνικό πνεύμα. Σ’ αυτά τα χρόνια στην Ελλάδα ήταν πυκνό πνευματικό σκοτάδι. Μόνο ο κλήρος ήξαιρε, όσο ήξαιρε, γραφή και ανάγνωση, δίδασκε λίγα κολλυβογράμματα και στο Φανάρι η «Μεγάλη του Γένους Σχολή», Ιδρυμένη στα 1454 συνέχιζε τις πιο αντιδραστικές πνευματικές παραδόσεις του Βυζαντίου. Αυτή την εποχή, αρχές του 17ου αιώνα, Αρχίζει να φανερώνεται και η νεοελληνική «αναγέννηση» σα συνέπεια της ανάπτυξης της βιοτεχνικής παραγωγής και των εμπορο-χρηματικών ανταλλαγών. Αυτή η πνευματική «αναγέννηση» καθαυτά περιορίζεται στην ίδρυση σκολείων. Οι εμπορικές παροικίες του εξωτερικού αμέσως. μετά την ίδρυσή τους, ιδρύουν και σκολειά. Στα εσωτερικά επίσης. Στη Θεσσαλονίκη ιδρύεται σκολειό στα 1490. Στην Αδριανούπολη στα 1555, στην Αίνο στα 1652, στην Τραπεζούντα στα 1682, στη Σμύρνη στις αρχές του 18ου αιώνα, στις Κυδωνίες (Αϊβαλή) στα μισά του ίδιου αιώνα. Στην καθαυτό Ελλάδα πρωτοστατούν, τα Γιάννενα, όπως και στην εμποροβιοτεχνική κίνηση. Στα 1647 ο έμπορος Επιφάνειος ίδρυσε σχολή. Κατοπινά αρχίζουν να ιδρύονται και στις άλλες πόλεις: Αθήνα, Πάτμο, Δημητσάνα, Λάρισα, Τύρναβο και στα τέλη του 18ου αιώνα πλήθος σκολειά υπάρχουν στις πιο σπουδαίες πόλεις και κωμοπόλεις.

Αυτή η πνευματική «αναγέννηση» με την ίδρυση των σκολειών δεν έχει τίποτα απ’ τα αναγεννητικό πνεύμα της Δύσης.

Το πατριαρχείο, άγριος κέρβερος για την καλλιέργεια του βυζαντινισμού, κρατεί στα χέρια του όλη αυτή την κίνηση και η επίδραση της Δύσης φτάνει μόνο στο να δυναμώσει τη μελέτη των αρχαίων κλασσικών. Τους μελετάν μόνο στη μορφή, στο γράμμα και γυρεύουν με την καλλιέργεια της αρχαίας γλώσσας ν’ αναστήσουν των αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Στα :σκολειά διδάσκουν θεολογία, γραμματική και αρχαία ελληνική γλώσσα. Το βυζαντινό, θεοκρατικό, αναχρονιστικό, μεγαλοϊδεάτικο, όπως θα δούμε κατοπινά, περιεχόμενο της παιδείας, βρίσκει στην αρχαΐζουσα γλώσσα του λογιοτατισμού το ταιριαχτό του γλωσσικά όργανο. Οι φυσικές επιστήμες που βρίσκονταν τότε στο κέντρο της επιστημονικής κίνησης στη δυτικήν Ευρώπη αποκλείονται από τα ελληνικά σκολειά ή μπαίνουν ολότελα σε δεύτερη μοίρα. Πλάϊ σ’ αυτή την κυριαρχική πνευματική τάσή που πηγάζει απ’ το Φανάρι, καλλιεργείται και η μιχτή γλώσσα που εκφράζει αστικά στοιχεία. Έχει πιο αδύνατη επιρροή από την αρχαΐζουσα των λογιότατων.

Έτσι δημιουργείται στρώμα λογίων. Ο κληρικός αποτελεί ανάμεσά τους την κυριαρχική μορφή σα δάσκαλος, σα λόγιος ή μόνο και σαν κληρικός. Είνε ακόμη γιατροί, υπάλληλοι, λογιστές και άλλοι που παρά τις βυζαντινές επιδράσεις αποτελούν τους προοδευτικούς φορείς» εθνικών μεταβολών κι αναμορφώσεων.

4. ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΚΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ

Το πατριαρχείο και η «μεγάλη ιδέα»· εξωτερική πολιτική του πατριαρχείου Στην εμφανιζόμενη νεοελληνική κοινωνία ο κλήρος αποτελεί το πιο σταθερό φεουδαρχικό στρώμα και το πατριαρχείο παίζει σοβαρό ρόλο στις παραπάνω οικονομικο-πνευματικές εξελίξεις. Ξαίρουμε ότι ο ελληνικός κλήρος με το πατριαρχείο επικεφαλής ήταν παντοδύναμος σ’ όλους τους χριστιανικούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας. Το σέρβικο πατριαρχείο του Ιπέκ και το βουλγάρικο της Αχρίδας εξασθένισαν και έχασαν την επιρροή τους σε τέτιο βαθμό, που καταργήθηκαν και τυπικά στα 1764 και 1768. Κάτω απ’ το ίδρυμα της Ορθόδοξης εκκλησίας και τον οργανισμό του κλήρου συνενώθηκαν οι χριστιανικοί πληθυσμοί όλης της αυτοκρατορίας, ειρήνεψαν αναμεταξύ τους, ενισχύθηκαν στη δύναμη αντίστασής τους ενάντια στους καταχτητές για να μην τουρκέψουν. Απ’ αυτή την αποφασιστική πλευρά η ορθοδοξία σ’ αυτή την περίοδο εξάσκησε ευεργετικότατη προοδευτική επίδραση στις ιστορικές τύχες των χριστιανικών λαών, ενώ στην κατοπινή περίοδο της εθνικοαπελευθερωτικής πάλης έπαιξε ολότελα αντίθετο ρόλο.

Για το αναπτυσσόμενο ελληνικό εμπορικό κεφάλαιο το πατριαρχείο αποτελεί πηγή δύναμης. Οι έλληνες έμποροι στην οικονομική κυριαρχία του κλήρου βρίσκουν μια οικονομική βάση να στηριχθούν. Τα πλούσια έσοδα του κλήρου απ’ τους χριστιανούς ή από τα εκκλησιαστικά και μοναστηριακά χτήματα, μέσον των ελλήνων εμπόρων, πάνε στην αγορά. Οι εμπορικές παροικίες στις διάφορες πόλεις της αυτοκρατορίας αναπτύσσονται με την ενίσχυση του ελληνικού κλήρου. Το ελληνικό εμπορικό κεφάλαιο κοντά στον ελληνικό κλήρο έχει όλες τις δυνατότητες να εκμεταλλεύεται πλατειά όλους τους χριστιανικούς λαούς της αυτοκρατορίας και εδώ βρίσκονται οι οικονομικές ρίζες της «μεγάλης ιδέας».

Ωστόσο είνε ανάγκη να υπογραμμιστεί, ότι το ελληνικό εμπορικό κεφάλαιο, με τις μεταβολές που συνεπιφέρει, όπως είδαμε στην προηγούμενη, παράγραφο, παίζει προοδευτικότατο ρόλο σ’ όλη αυτή την ιστορική περίοδο και ο χαραχτήρας της δράσης του αλλάζει βασικά μετά την Επανάσταση του 1821.

Το πατριαρχείο αποτελεί ακόμη τον πολιτικό και διπλωματικό προστάτη του εμπορικού κεφαλαίου. Στο εσωτερικό οι έμποροι χρησιμοποιούν το κύρος και τους δεσμούς του πατριαρχείου για να συνδεθούν με το σουλτανικό παλάτι, με τις τούρκικες αρχές, να παίρνουν προμήθειες και δασμούς, δημοπρασίες, να δανείζουν. Αυτοί επίσης προμηθεύουν στο πατριαρχείο τα κάθε λογής προϊόντα, έπιπλα, ρούχα, που τα χρειάζονται και στο Φανάρι δημιουργείται ο πιο γερός πυρήνας του ελληνικού εμπορο-τοκογλυφικού κεφαλαίου, που κρατιέται μέχρι σήμερα. Ακόμη και στο εξωτερικό, ιδίως στη Ρωσία, οι δεσμοί του πατριαρχείου βοήθησαν το ελληνικό εμπορικό κεφάλαιο. Το πατριαρχείο αποτέλεσε την πιο γερή βάση για την ανάπτυξη,του ελληνικού εμπορικού κεφαλαίου και το βοήθησε εξαιρετικά στον ανταγωνισμό του με τους εβραίους εμπόρους. Για τους ίδιους λόγους το πατριαρχείο επηρεάζει και την αναπτυσσόμενη πνευματική κίνηση. Είνε ευκολονόητο ότι όλες αυτές τις εξελίξεις το πατριαρχείο τις διαποτίζει με το βυζαντινό αντιδραστικό πνεύμα, που οικονομικο-πολιτικά διαμορφώνεται σα «μεγάλη ιδέα» και πνευματικά-πολιτιστικά σαν αρχαΐζουσα γλώσσα με το ίδιο αντιδραστικό, θεοκρατικό περιεχόμενο.

Οι οικονομικο-πνευματικές εξελίξεις έχουν κι αυτές την επίδρασή τους στο πατριαρχείο και στον κλήρο γενικά. Οι ανάγκες του μεγαλώνουν; η δίψα του θησαυρισμού επίσης και συνεπούμενα η εκμετάλλευση των πληθυσμών. Πατριαρχικοί έξαρχοι γυρνάν συνεχώς στις επαρχίες για εισπράξεις. Το πατριαρχικό αξίωμα γίνεται αντικείμενο αγοραπωλησίας και βγαίνει σε πλειστηριασμό. Απ’ τα 1623 ως τα 1700, σε 77 χρόνια έγιναν 50 αλλαξοπατριαρχίες με δωροδοκίες, εξαγορές των βεζυράδων, των αρχηγών των γενίτσαρων, ακόμη και των γυναικών του χαρεμιού. Ο Παχώμιος ο Β’ στα 1587 έγινε πατριάρχης πλερώνοντας 12 χιλ. φλωριά. Τον ρίχνει ο μητροπολίτης Φιλιππούπολης με 24 χιλ. χρυσά και γίνεται αυτός πατριάρχης. Οι αντίπαλοί του πληρώνουν για να τον ρίξουν 40 χιλ. χρυσά.

Οι αντιθέσεις ανάμεσα στο πατριαρχείο και στον παπισμό κανόνιζαν την εξωτερική πολιτική του πατριαρχείου. «Η θρησκευτική αγανάχτηση ενάντια στους λατίνους αποτελεί, μπορούμε να πούμε, το μοναδικό κοινό σύνδεσμο, ανάμεσα στους διάφορους ορθόδοξους λαούς, που κατοικούνε στην Τουρκιά», γράφει ο Μαρξ. Για ν’ αποκρούσει τις αξιώσεις του παπισμού το πατριαρχείο, αξιώσεις που έτειναν να πάρουν απ’ τη δικαιοδοσία του τουλάχιστο τους σλαβϊκούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας, στηριζόταν στο σουλτάνο. Είνε αυτονόητο, ότι το πατριαρχείο ανταπόδινε πιο πλούσιες υπηρεσίες στο σουλτάνο.

Συνάμα το πατριαρχείο φρόντιζε νάχει και εξωτερικούς συμμάχους. Διατήρησε τις καλές σχέσεις με την εκκλησία της Ρωσίας, που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του. Τελευταία η εκκλησία της Ρωσίας ουσιαστικά ειχε γίνει αυτοκέφαλη και ο πατριάρχης Ιερεμίας Β’ πήγε στα 1588 στη Μόσχα και ίδρυσε ρωσικό πατριαρχείο ισότιμο με τα άλλα της Ανατολικής Εκκλησίας. Μ’ αυτό τον τρόπο διατηρούσε και δυνάμωνε τους δεσμούς με τη Ρωσία.

Αυτή την εποχή φανερώθηκε στο πατριαρχείο μια τολμηρή μεταρρυθμιστική προσπάθεια. Η επίθεση του παπισμού δυνάμωσε και στα, 1583 εγκαταστάθηκε στην Πόλη αποστολή από ιησουίτες ιεραπόστολους. Ο πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις έστρεψε τότε την πολιτική του προς τη δυτική μεταρρύθμιση. Γεννημένος στην ενετοκρατούμενη Κρήτη, σπουδασμένος στα ιταλικά πανεπιστήμια, αποκατάστησε δεσμούς με τις διαμαρτυρόμενες δυνάμεις Αγγλία, Ολλανδία, Σουηδία, τη στιγμή που ο παπισμός στηριζόταν στις καθολικές δυνάμεις Γαλλία και Αυστρία. Ο Λούκαρις είχε ευρείς ορίζοντες και αντιπροσώπευε το αναγεννητικό πνεύμα της εποχής και ίδρυσε στην Κωνσταντινούπολη το πρώτο τυπογραφείο. Γύρω του έγινε άγρια πάλη. Απ’ τα 1623 ως τα 1637 πέντε φορές τον έρριξαν, ενεργώντας συνασπισμένα, οι μηχανορραφίες και το χρήμα των ιησουϊτών, η πίεση των καθολικών δυνάμεων, η φιλαρχία, η φιλαργυρία και η αντιδραστικότητα του ελληνικού κλήρου. Στα 1637 νίκησε η αντίδραση, οι τούρκοι καθαίρεσαν για τελευταία φορά το Λούκαρι, τον σκότωσαν και οι γενίτσαροι κατάστρεψαν το τυπογραφείο του. Το πατριαρχείο συνέχισε, σε συνεργασία με τους τούρκους, τον αντιδραστικό και φωτοσβεστικό του ρόλο.

Ύστερα από έναν αιώνα σχεδόν άρχισε να επεμβαίνει ενεργά στα πράματα της Τουρκίας, η τσαρική Ρωσία με το μεγάλο Πέτρο (1687 – 1725). Τότε ο ελληνικός κλήρος δέθηκε με τον τσαρισμό κι όσο δεν ήταν σύμμαχος του σουλτάνου, αποτελούσε πράχτορα των ιδεών και της πολιτικής του τσαρισμού, όπως θα δούμε κατοπινά.

Φαναριώτες Εξόν απ’ τον κλήρο σ’ αυτή την εποχή εμφανίστηκαν και τρία άλλα φεουδαρχικά στρώματα. Η τούρκικη κατάχτηση κατάστρεψε την υπαλληλική γραφειοκρατία του Βυζαντίου. Χριστιανοί αρνησίθρησκοι εξυπηρετούσαν το οθωμανικό κράτος στις σχέσεις του με τις ξένες δυνάμεις. Ούτε είχε άλλωστε, απλό όπως ήταν, πολύπλοκες υπηρεσίες. Κατοπινά στην πορεία της οργάνωσής του ο κρατικός οθωμανικός μηχανισμός άρχισε να δημιουργεί δική του γραφειοκρατία και στην υπηρεσία του τράβηξε τους λεγόμενους φαναριώτες.

Οι φαναριώτες ήταν προϊόν της προαναφερόμενης εμπορικής κίνησης. Γύρω από το πατριαρχείο δημιουργήθηκε δυνατή εμποροτοκογλυφική παροικία. Διαχειριζόταν τα πατριαρχικά ζητήματα. Είχαν κάθε λογής συναλλαγές με το τούρκικο δημόσιο. Προμήθευαν στο πατριαρχείο τα χρειαζούμενα. Πλούτιζαν κι αποχτούσαν κύρος. Περίφημος ήταν στα τέλη του 16ου αιώνα ο Μιχαήλ Κατακουζηνός. Απόχτησε πλήθος υποστατικά, κοπάδια, αλυκές, σ’ όλες τις περιοχές απ’ την Πόλη ως τη Βλαχιά. Οι τούρκοι τέλος τον σκότωσαν και δήμεψαν την περιουσία του.

Οι φαναριώτες μορφώνονταν ευρωπαϊκά, μάθαιναν γλώσσες και τέλος μπαίνανε στην οθωμανική υπηρεσία. Σε τρεις βασικές θέσεις διορίζονταν οι φαναριώτες: 1) Γίνουνταν δραγουμανοι στο στόλο, όπου ήταν σαν υπεύθυνοι βοηθοί του αρχιναύαρχου καπετάν πασά. Σ’ αυτή την υπηρεσία διάπρεψαν οι Μαυρογέννηδες και οι Μουρούζηδες. 2) Δραγουμανοι της Υψηλής Πύλης. Σ’ αυτό το αξίωμα ήταν σαν υπεύθυνοι διαχειριστές της εξωτερικής πολιτικής. Πρώτος μεγάλος δραγουμάνος διορίστηκε ο Παναγ. Νικούσιος, γυιός σαράφη και σ’ αυτή την υπηρεσία διακρίθηκαν οι Μαυροκορδάτοι. 3) Διορίζονταν από το 1709 ηγεμόνες στις δυό αυτόνομες ηγεμονίες της Μολδαβίας και Βλαχιάς. Κυριότερες φαναριώτικες οικογένειες που διακρίθηκαν σαν ηγεμόνες ήταν οι Σούτσοι, Καρατζάδες, Μαυροκορδάτοι, Υψηλάντηδες, Μουρούζηδες, Γκίκαι και άλλοι.

Οι φαναριώτες ήταν υπαλληλική αριστοκρατία στο τούρκικο φεουδαρχικό κράτος. Ανάπτυξαν λεπτή, ραφινάτη, διπλωματική νοοτροπία. Ήταν αριστοτέχνες στις παρασκηνιακές μηχανορραφίες και φημίζονταν για την κολακεία απέναντι στους δυνάστες οθωμανούς, για την υπεροψία απέναντι στους αδύνατους ραγιάδες.

Έφερναν πριγκιπικούς τίτλους και ο ιστορικός τους ρόλος ήταν πολύπλευρος. Βοήθησαν με χίλιους τρόπους την ανάπτυξη του ελληνικού εμποροτοκογλυφικού κεφαλαίου. Όταν πήγαιναν ηγεμόνες στη Μολδαβία και Βλαχιά τους ακολουθούσε στρατιά από έμπορους, τοκογλύφους, δασκάλους, λόγιους, υπαλλήλους, κληρικούς, καπεταναίους με·τα παλικάρια τους. Ξεζούμιζαν τις ηγεμονίες και οι ελληνικές παροικίες εκεί ήταν – οι πιο ανθηρές. Ωστόσο η δράση τους είχε κι ορισμένες γραμμές που χαραχτήριζαν τη μοναρχία του διαφωτισμού. Χτύπησαν τους μεγάλους ντόπιους τσιφλικάδες, τους μπογιάρους και βοήθησαν την οικονομική – ανάπτυξη της χώρας. Ο πρώτος μεγάλος δραγουμανος Παναγ. Νικούσιος απόσπασε στα 1661 προνόμια για το πατριαρχείο στους Άγιους τόπους. Ακολουθώντας πολιτική αποκέντρωσης της αυτοκρατορίας σε χωριστές ηγεμονίες ευνοούσαν την πολιτική παραχώρησης προνομίων στις διάφορες κοινότητες και περιφέρειες. Απέναντι στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα του ελληνικού λαού στάθηκαν εχτροί. Οι δραγουμάνοι του στόλου ιδίως συντελούσαν στο τσάκισμα κάθε εξέγερσης. Και τέλος απ’ το Φανάρι, από τους φαναριώτικους κύκλους—και μέσα σε δαύτους περικλείνεται και το πατριαρχείο—εκπορευόταν το βυζαντινό πνεύμα της συντηρητικότητας, του σχολαστικισμού, του λογιοτατισμού.

Τζάκια Η βυζαντινή τσιφλικάδικη και στρατιωτική αριστοκρατία καταστράφηκε μαζί με τη βυζαντινή πολιτική εξουσία. Τα τζάκια, η σύγχρονη τσιφλικάδικη τάξη ήταν, όπως και οι φαναριώτες, προϊόν της οικονομικής ανάπτυξης που άρχισε από το τέλος του 16ου αιώνα. Η τοκογλυφία, το εμπόριο, το άρπαγμα γης με υπηρεσίες προς τους κυρίαρχους οθωμανούς, γέννησαν τους έλληνες τσιφλικάδες. Παίρνουν στα χέρια τους τις κοινότητες και έτσι εξαρχής εξασκούν μια εμβρυακή πολιτική εξουσία. Η διαχείριση των κοινοτήτων μαζί με τον κλήρο διευκολύνει εξαιρετικά την ανάπτυξη των τζακιών. Μοιράζουν τους φόρους στους αγρότες, φροντίζουν για την είσπραξη, συνήθως κανονίζουν τα δοσίματα και τις αγγαρείες, διαχειρίζονται την κοινοτική, εκκλησιαστική περιουσία, λύνουν τις διαφορές ανάμεσα στους αγρότες, βγάνουν και επιβλέπουν το αστυνομικό σώμα, αντιπροσωπεύουν τις κοινότητες απέναντι στις οθωμανικές αρχές. Μ’ όλους αυτούς τους τρόπους ξεζουμίζουν τους αγρότες, αρπάζουν γη, δυναμώνουν οικονομικά και πολιτικά, διαμορφώνονται σε τσιφλικάδικη αριστοκρατία, στα νεοελληνικά τζάκια. Τα τζάκια αναπτύχθηκαν πιο πολύ στο Μωριά, γιατί εκεί υπήρχε πιο αναπτυγμένη οικονομία με τις εμπορικές καλλιέργειες της σταφίδας, λαδιού, σύκων, μεταξιού κλπ.

Πιο πλούσιες και δυνατές αρχοντικές οικογένειες στο Μωριά ήταν οι Δεληγιανναίοι στα Λαγκάδια, οι Ζαΐμηδες στα Καλάβρυτα, οι Λόντοι στη Βοστίτσα (Αίγιο), οι Σισίνηδες στη Γαστούνη, οι Κρεββατάδες στο Μυστρά, οι Νοταράδες στην Κόρινθο και άλλοι. Στην Αθήνα ξεχώριζαν οι Μπενιζέλοι και οι Καρόρηδες, στη Λειβαδιά οι Νάκοι, οι Λογοθέτηδες, στο Μεσολόγγι ο Ραζηκότσικας.

Οι κοινότητες κ’ η περίφημη κοινοτική αυτοδιοίκηση ήταν ιδιωτική υπόθεση των αρχοντικών οικογενειών. Οι κοινοτάρχες ονομάζονταν γέροντες, πρωτόγεροι, δημογέροντες, προεστοί και τούρκικα κοτζαμπάσηδες. Οι αρχοντικές οικογένειες μαζί με τον κλήρο επέβαλλαν τη θέλησή τους στις λαϊκές συνελεύσεις. Όμως και στην αυτοδιοίκηση και στην απονομή της δικαιοσύνης η λαϊκή συνέλευση εξασκούσε άμεση επίδραση, που λιγόστευε όσο αναπτύσσονταν η οικονομία και βάθαιναν oι αντιθέσεις. Πολλές φορές οι άρχοντες ήταν κληρονομικοί και άλλοτε τους διόριζαν οι τούρκοι ή παράτειναν τη θητεία τους, που ήταν χρονιάτικη.

Οι κοινότητες έπαιρναν διάφορα προνόμια κι αποχτούσαν μεγαλύτερα δικαιώματα στη διακυβέρνηση του τόπου, ανάλογα με την αύξηση της ευημερίας τους. Η Πελοπόννησος χωριζόταν σε 24 επαρχίες. Κάθε χωριό έβγαζε δυο πρωτόγερους. Αυτοί έβγαζαν τους δυο προεστούς της επαρχίας. Όλοι αυτοί μαζεύονταν στην Τρίπολη, στην έδρα του πασά, μια φορά το χρόνο και μαζί του καθόριζαν τους φόρους και τα δοσίματα. Δυο έμεναν μόνιμα στην Τρίπολη, στο συμβούλιο του πασά. Δυο πήγαιναν αντιπρόσωποι στην Πόλη και λέγονταν βεκίληδες.

Πολλές κοινότητες ή ομάδες από κοινότητες πλέρωναν μόνο ένα ορισμένο φόρο στο τούρκικο δημόσιο και έμεναν ολότελα αυτόνομες. Σ’ αυτές ανήκαν εξόν απ’ τις εξελιγμένες αστικές κοινότητες και περιφέρειες, που ήταν ολότελα καθυστερημένες οικονομικά κ’ ήταν οργανωμένες σε ένα είδος στρατιωτικής φεουδαρχικής οργάνωσης και συνάμα διατηρούσαν ορισμένα στοιχεία πατριαρχικής μορφής. Σ’ αυτές ανήκε η Μάνη. Εκεί κρατιόταν το βυζαντινό φεουδαρχικό καθεστώς. Οι άρχοντες ονομάζονταν νικλιάνοι, ο λαός φαμέγιοι κ’ ήταν ουσιαστικά δουλοπάροικοι. Χωρίζονταν σε 4 καπετανείες. Κάθε χωριό είχε και τον καπετάνιο του. Η συνέλευση των καπετάνιων έβγανε τον αρχικαπετάνιο και κανόνιζε τα στρατιωτικά ζητήματα. Τον ηγεμόνα της Μάνης, το μπέη, απ’ την εξέγερση του 1770, τον διόριζε η Τουρκία. Τις διαφορές ανάμεσά τους τις έλυναν ειρηνικά ή βίαια τα οικογενειακά συμβούλια. Η Μάνη πλέρωνε στην Τουρκία 4.000 γρόσια το χρόνο και μετά το 1770 πλέρωνε 15 χιλ. γρόσια κ ήταν ολότελα αυτόνομη. Κυριότερες οικογένειες ήταν οι Μαυρομιχαλαίοι, Γρηγοράκηδες, Μούρτζινοι, Τρουπάκηδες.

Παρόμοια περιφέρεια ήταν το Σούλι. Το αποτελούσαν 11 χωριά και χωριζόταν σε 47 φάρες. Κάθε φάρα είχε τον αρχηγό της και η συνέλευση των αρχηγών κανόνιζε ολα τα ζητήματα του τόπου. Ασχολούνταν μόνο με την χτηνοτροφία. Πλέρωναν φόρο στους Τούρκους, μα είσπρατταν κι αυτοί φόρους από τα άλλα χωριά, που τα απόσπασαν από τους γύρω μπέηδες. Οι κάτοικοί τους ονομάζονταν παρασουλιώτες. Λεηλατούσαν ακόμη και τους μπέηδες. Κυριότερες οικογένειες ήταν οι Μποτσαραίοι και οι Τζαβελαίοι. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκαν και οι κοινότητες της Χειμάρρας και των Σφακιών της Κρήτης.

Αρματολοί Για να ολοκληρωθεί το κεφάλαιο για τα φεουδαρχικά νεοελληνικά στρώματα εξετάζουμε εδώ και τους αρματολούς. Βγήκαν κυρίως απ’ το αγροτικό κίνημα της κλεφτουριάς. Ήταν οι καπεταναίοι, που συνθηκολόγησαν με την Πύλη, πέρασαν στην υπηρεσία της κι ανέλαβαν τη φύλαξη της τάξης σ’ ορισμένες περιοχές. Αυτές οι περιοχές ονομάζονταν αρματολίκια. Τέτοια αρματολίκια στις παραμονές του 1821 ήταν 18. Στη δυτική Μακεδονία ήταν 3, στην Ήπειρο και δυτική Ελλάδα 4 και στη Θεσσαλία και ανατολική Ελλάδα 11. Οι αρματολοί διορίζονταν από τους Τούρκους. Πολλές φορές κρατούσαν το αρματολίκι ισόβια και το κληρονομούσαν οι γιοί τους. Οι αρματολοί ήταν εχτροί του αγροτικού κινήματος της κλεφτουριάς. Δεν είχαν οικονομική βάση. Βρίσκονταν σε διαρκή ανταγωνισμό με τα τζάκια για την επιρροή στην επαρχία τους. Τα τζάκια τους περιφρονούσαν για την προέλευσή τους. Επίσης έρχονταν σε σύγκρουση με τους τούρκους και συχνά ξαναγίνονταν κλέφτες. Αποτελούσαν τη διαμορφωνόμενη στρατιωτική αριστοκρατία του νέου ελληνισμού. Ξακουστοί αρματολοί στάθηκαν ο Μεϊντάνης, οι Γριβαίοι, Μπουκουβαλαίοι, Κοντογιανναίοι, ο Ανδρούτσος και άλλοι.

Τα τέσσερα κοινωνικά στρώματα—κλήρος, φαναριωτες, τζάκια, αρματολοί—αποτελούσαν ισάριθμα φεουδαρχικά στρώματα του νέου ελληνισμού. Εξόν από τον κλήρο, διαμορφώθηκαν σ’ αυτή την περίοδο, απ’ τις αρχές του 17ου αιώνα και παίρνουν θέση στον κοινωνικο-οικονομικο-πολιτικό μηχανισμό του οθωμανικού φεουδαρχισμού τείνοντας να πάρουν τη θέση των Τούρκων. Στις αρχές του 19ου αιώνα βρίσκονται στο κορύφωμα της δύναμής τους. Η κατοπινή τους εξέλιξη αλλάζει με την εθνικο- απελευθερωτική επανάσταση, όπως θα παρακολουθήσουμε.

Μπορείτε να βρείτε το 4ο μέρος εδώ