Γιάννη Ζέβγου, Σύντομη Μελέτη της Νεοελληνικής Ιστορίας – 2

0
83

Με αφορμή τη συμπλήρωση 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821 δημοσιεύουμε σε συνέχειες το εξαιρετικά επίκαιρο έργο του Γιάννη Ζέβγου «Σύντομη Μελέτη της Νεοελληνικής Ιστορίας». Το έργο αυτό αναδεικνύει – εν συντομία – όλες εκείνες τις πτυχές της Ελληνικής ιστορίας που σε άμεση σύνδεση και αλληλεπίδραση μεταξύ τους οδήγησαν στην δημιουργία ένος ανελεύθερου κράτους το οποίο δεν δικαιώνει τις προσδοκίες του λαού για οικονομική και πολιτισμική άνθιση καθώς και κοινωνική δικαιοσύνη.


Μπορείτε να βρείτε το 1ο μέρος εδώ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΑΙ Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΩΝ
ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

1. ΑΜΕΣΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΚΑΤΑΧΤΗΣΗΣ

Οι οθωμανοί σαν κυρίαρχοι Το 1453, χρόνος που έπεσε η Κωνσταντινούπολη στους οθωμανούς, θεωρεΐται συμβατικά σαν αρχή των καινούριων χρόνων. «Με το πέσιμο της Κωνσταντινούπολης είνε αδιάσπαστα συνδεμένο το τέλος του μεσαίωνα», γράφει ο Ένγκελς. Δεν τελειώνει βέβαια εδώ η φεουδαρχική κοινωνία. Μα αρχίζουν οι καινούριοι χρόνοι, αναπτύσσεται η εποχή της αναγέννησης, ένας τεράστιος προοδευτικός οργασμός και οικονομικοπολιτικές αλλαγές, που φέρνουν την αποσύνθεση και ανατροπή των φεουδαρχικών σχέσεων και της φεουδαρχικής κοινωνίας. Ωστόσο στις χώρες, που αποτελούσαν τη βυζαντινή αυτοκρατορία, διαμορφώνεται ολότελα διαφορετική κατάσταση με την οθωμανική κυριαρχία, που πρέπει να την υπολογίζουμε εκατό χρόνια σχεδόν πριν από το 1453. Κυριαρχεί τώρα η ανατολική βαρβαρότητα. Και στις άλλοτε βυζαντινές χώρες έχουμε οικονομική και πνευματική πισοδρόμηση. Οι οθωμανοί τούρκοι οικονομικά ήταν πιο καθυστερημένοι από τους λαούς που κατάχτησαν. Ορισμένες πόλεις, σαν τη Σαλονίκη, μισοκαταστράφηκαν στην καταχτητική τους πορεία. Το εμπόριο με τη Δύση λιγόστεψε. Οι ανταλλαγές στο εσωτερικό περιορίστηκαν και δυνάμωσαν τα στοιχεία της φυσικής οικονομίας. Μα οι πλατειές αγροτικές μάζες δέχονται μ’ ανακούφιση την οθωμανική κυριαρχία, γιατί η καταπίεση και η εκμετάλλευση των φράγκων, ελλήνων, σλάβων, βλάχων, σελτζούκων τούρκων καταπιεστών είχε κορυφωθεί. Οι οθωμανοί τούρκοι σ’ αυτή την πρώτη περίοδο της ιστορίας τους, όντας πιο καθυστερημένοι οικονομικά, δεν έχουν μεγάλες ανάγκες και η κυριαρχία τους ξαλαφρώνει κάπως τους πληθυσμούς. Ακόμα σαρώνουν το πλήθος τα κρατίδια και τους διάφορους μισοανεξάρτητους τιμαριούχους, που βρίσκονταν σε αδιάκοπο ένοπλο αλληλοσπαραγμό. Το εσωτερικό της απέραντης αυτοκρατορίας ειρήνεψε και οι λαοί δοκιμάζουν μακρόχρονη εσωτερική ειρήνη και ησυχία. Έτσι, μ’ όλες τις σφαγές και τις λεηλασίες που έφερε η τούρκικη προέλαση, οι πληθυσμοί δοκίμασαν κάποια ανακούφιση και αύξησαν φυσιολογικά. Εδώ άλλωστε βρίσκεται το μυστικό της θριαμβευτικής πορείας των οθωμανών. Οι απελπισμένοι πληθυσμοί δεν πρόβαλλαν καμμιάν αντίσταση.

Η οθωμανική κυριαρχία δεν ανέτρεψε το φεουδαρχικό καθεστώς μαζί με την ανατροπή των χριστιανών αυτοκρατόρων και αρχόντων. Συνεχίζεται το ίδιο φεουδαρχικό θεοκρατικό καθεστώς. Αλλάζουν μόνο δυναστείες και θρησκείες κυρίαρχες. Οι σουλτάνοι παίρνουν τη θέση των χριστιανών αυτοκρατόρων και οι οθωμανοί φεουδάρχες—ζαΐμηδες και σπαχήδες—τη θέση των βυζαντινών χριστιανών τιμαριούχων. Έτσι το οθωμανικό κράτος οργανώθηκε σαν άμεση συνέχεια του βυζαντινού φεουδαρχισμού. Σ’ αυτόν έφερε ορισμένες αλλαγές, που απαιτούσε ο ιερός ισλαμικός νόμος. Το κοράνι χωρίζει τους λαούς σε δυο: σε πιστούς και σε άπιστους. Οι άπιστοι, όσο αναγνωρίζουν την κυριαρχία των πιστών και πληρώνουν χαράτσι, έχουν δικαίωμα να ζουν και να δουλεύουν. Οι πιστοί οθωμανοί οργανώνουν και εξασφαλίζουν την κυριαρχική τους θέση. Η γη πέρασε όλη στο σουλτάνο σαν ιδιοχτησία του. Μα στην πραγματικότητα ο σουλτάνος δήμευε μόνο τη γη του δημοσίου, των αρχόντων που αντιστέκονταν και την αδέσποτη. Στην υπόλοιπη κι αυτή φυσικά ήταν η λιγότερη, άφηνε το πρώην καθεστώς. Ένα μέρος της σσυλτανικής γης καλλιεργιόταν απευθείας για λογαριασμό του σουλτανικού ταμείσυ. Ένα μέρος χάριζε ο σουλτάνος στα τζαμιά και στα φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ήταν η βακουφική γη. Και την περισσότερη γη τη χώριζε σε φέουδα—ζιαμέτια και τιμάρια—και τη μοίραζε σε πολεμιστές του για να παίρνουν τα έσοδα. Ζιαμέτια ήταν τα χτήματα, που έδιναν εισόδημα πάνω από 20 χιλ. άσπια το χρόνο. Τιμάρια όσα έδιναν λιγότερο. Στην Πελοπόννησο ήταν 109 ζιαμέτια και 342 τιμάρια. Στην Εύβοια και στη Στερεά 12 ζιαμέτια και 168 τιμάρια. Η γη, που δε γινόταν τούρκικη, ανήκε κυρίως στις εκκλησίες, στα μοναστήρια και μόνο λίγα ορεινά και άγονα εδάφη έμεναν στους αγρότες σαν ιδιοχτησία τους.

Αγροτικές σχέσεις διατηρήθηκαν οι βυζαντινές. Οι αγρότες σύμφωνα με το κοράνι δεν είνε πια δεμένοι στη γη και στους πρώτους αιώνες της τούρκικης κατάχτησης έχουν σχετική ελευθερία μετακίνησης από χτήμα σε χτήμα. Καλλιεργούσαν τη γη με τρεις τρόπους: το συντροφικό· σύμφωνα μ’ αυτό έβγαναν από τον καρπό τα έξοδα και τη δεκάτη και το άλλο το μοίραζαν εξ ίσου ο καλλιεργητής με τον ιδιοχτήτη. Το τριτάρικο· σ’ αυτό τα καλλιεργητικά τα έβανε ο καλλιεργητής. Απ’ τον καρπό έβγαναν μόνο τη δεκάτη και απ’ το υπόλοιπο ο ιδιοχτήτης έπαιρνε μόνο το ένα τρίτο. Το γεώμορο· σ’ αυτό όλα τα έξοδα βάραιναν τον καλλιεργητή και ο ιδιοχτήτης έπαιρνε ένα καθορισμένο απο πριν ποσό ανεξάρτητα από το παραγόμενο ποσό του ποοϊόντος.

Ο οθωμανικός φεουδαρχισμός απλοποίησε και αλάφρωσε τη βαρειά βυζαντινή φορολογία, μ’ όλο που επέβαλε το χαράτσι. Το χαράτσι το πλέρωναν όλοι οι χριστιανοί και ήταν δυόμισυ έως 4 δράμια ασήμι το χρόνο. Αυτό, μαζί με τη δεκάτη, αποτελούσαν τους δυο βασικούς φόρους. Δεκάτη πλήρωναν όλα τα χτήματα και κυμαινόταν από 1/7— 1/12 του προϊόντος. Άλλοι φόροι ήταν οι τελωνειακοί δασμοί 4%, για τους Τούρκους, 5% για τους ραγιάδες και σπάνια έπεφταν σε είδη πλατειάς κατανάλωσης. Ακόμα ήταν ορισμένοι εξαγωγικοί φόροι λ.χ. στη σταφίδα 6% στον καπνό 3% Εξόν απ’ τους φόρους αυτούς βάραιναν τους πληθυσμούς διάφορα πρόστιμα, πλήθος κοινοτικές και εκκλησιαστικές εισπράξεις και δοσίματα. Η αυθαιρεσία των νοικιαστών των φόρων έκανε τη φορολογία πιο καταπιεστική. Τέλος πρέπει ν’ αναφέρουμε την αγγαρεία που βάραινε τους πληθυσμούς και το παιδομάζωμα. Αυτό ήταν βυζαντινός θεσμός και οι τούρκοι τον ανάπτυξαν. Άρπαζαν παιδιά ραγιάδων ως 7 χρόνων. Τα τούρκευαν, τ’ ανάθρεφαν στρατιωτικά και σχημάτιζαν τα περίφημα τάγματα των γενιτσάρων, που αποτελούσαν το στρατιωτικό στήριγμα των σουλτάνων, στους πρώτους αιώνες, και το φοβερότερο πολεμικό τους σώμα.

Δυνάμωμα του Πατριαρχείου Η οθωμανική κατάχτηση έφερε ριζικές αλλαγές στην ταξική συγκρότηση του χριστιανικού πληθυσμού. Η κυρίαρχη τάξη του Βυζαντίου—η στρατιωτική αριστοκρατία και οι γαιοχτήμονες εκμηδενίστηκαν, μετανάστεψαν ή τούρκεψαν. Στη θέση τους, μπήκε η: οθωμανική στρατιωτική αριστοκρατία. Με τον περιορισμό του εμπορίου περιορίστηκε στο ελάχιστο και το στρώμα των εμπόρων. Οι λόγιοι τέλος μετανάστεψαν κυρίως στις ιταλικές πόλεις και βοήθησαν την; ανάπτυξη της αναγέννησης. Στην Ελλάδα απόμειναν δύο βασικές τάξεις. Η αγροτιά και ο κλήρος. Τη μεγάλη αγροτική μάζα την αποτελούσε μωσαϊκό από φυλές και γλώσσες: γραικοί, βλάχοι, αρβανίτες σλάβοι αυτή αποτελούσε και τώρα την παραγωγική τάξη, που στήριζε τον οθωμανικό φεουδαρχισμό.

Ο ελληνικός κλήρος, με το πατριαρχείο επί κεφαλής, ποτέ δεν είχε στο Βυζάντιο κοσμική εξουσία. Αποτελώντας μια απ’ τις δυο κυρίαρχες τάξεις του Βυζαντίου εξαρτιόταν από την αυτοκρατορία και στα τελευταία χρόνια κινδύνευσε να υποδουλωθεί στον παπισμό με τη συμφωνία της ένωσης των εκκλησιών, που έγινε στη Φλωρεντία, στα 1439, από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο, τον Η’. Οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στο πατριαρχείο και στον παπισμό ήταν οξυμένοι, είχαν έπηρεάσει βαθειά τους πληθυσμούς και στο Βυζάντιο υπήρχε μερίδα που προτιμούσε την υποταγή στους Τούρκους παρά στους λατίνους.

Ο Λουκάς Νοταράς, ένας από τους μεγαλύτερους άρχοντες της Πόλης στα χρόνια της άλωσης, δήλωσε δημόσια, ότι προτιμάει να δει στην πρωτεύουσα τούρκικο σαρίκι παρά λατινικό σκούφο. Οι τούρκοι, όπως ξαίρουμε, αναγνωρίζουν τους χριστιανούς, σαν εθνική ενότητα με τη θρησκευτική έννοια και τους αφήνουν ήσυχους, δεν επιδιώκουν τον εκτουρκισμό τους, για να δουλεύουν τη γη και πληρώνουν τους φόρους. Ο σουλτάνος Μωάμεθ έκανε κάτι πιο πολύ. Εκμεταλλεύθηκε τις αντιθέσεις ανάμεσα σε λατίνους και πατριαρχείο και άμα πήρε την Πόλη εγκατάστησε αμέσως στο πατριαρχείο το Γεώργιο Σχολάριο, τον άρχηγο της αντιενωτικής μερίδας. Για να τον δυναμώσει έδωσε στο πατριαρχείο με βεράτι πολλά προνόμια, που έκαναν τον πατριάρχη παντοδύναμο. Έτσι ο σουλτάνος υπολόγιζε, και πολύ σωστά, να συνδέσει το πατριαρχείο με τη σουλτανική εξουσία, να βαθύνει τις αντιθέσεις του με τον παπισμό και να κάνει αδύνατη την αντιοθωμανική ένωση των χριστιανικών δυνάμεων ανατολής και δύσης.

Σύμφωνα με τα προνόμια ο πατριάρχης ήταν αμετακίνητος, αφορολόγητος, όπως και όλος ο κλήρος. Η εκκλησία διατηρούσε όλα της τα χτήματα και μπορούσε να κληρονομάει μέχρι το 1/3 της περιουσίας κάθε χριστιανού. Ο πατριάρχης πήρε θρησκευτικά, διοικητικά, δικαστικά και πολιτικά δικαιώματα. Ο Μαρξ σχετικά γράφει; «Οι αρχιεπίσκοποι και δεσποτάδες είνε, σύμφωνα με το νόμο, μέλη στα κοινοτικά συμβούλια και, κάτω από την καθοδήγηση του πατριάρχη, κανονίζουν το φόρο υποτέλειας, που βαραίνει τους έλληνες. Ο πατριάρχης είνε υπεύθυνος απέναντι στην Πύλη για τη διαγωγή των ομοθρήσκων του. Αυτός έχει το δικαίωμα να δικάζει τους ραγιάδες της θρησκείας του. Αυτό το δικαίωμα το μεταβιβάζει στους μητροπολιτάδες και δεσποτάδες των επαρχιών και τις αποφάσεις τους είνε υποχρεωμένοι να τις εκτελούν οι υπάλληλοι, οι κατήδες κλπ. Έχουν το δικαίωμα να τιμωρούν με πρόστιμα χρηματικά, με φυλάκιση, με ξύλο, με εξορία. Ακόμη η εκκλησία τούς δίνει το δικαίωμα του αφορισμού. Εξόν από τα χρηματικά πρόστιμα δικαιούνται να παίρνουν και διάφορους δασμούς από τις πολιτικές και εμπορικές πράξεις. Κάθε θέση της ιεραρχίας έχει και ανάλογη χρηματική τιμή. Για να επικυρώσει την εκλογή του ο πατριάρχης πληρώνει στο Ντιβάνι ένα πάρα πολύ σεβαστό ποσό. Αυτός πάλι με τη σειρά του, πουλάει στον κλήρο του τις αρχιεπισκοπές και τις επισκοπές. Αυτές οι τελευταίες, κάνοντας το ίδιο, βγάζουν στη δημοπρασία τις δευτεροβάθμιες θέσεις και τους φόρους και χειροτονούν τους παπάδες. Αυτοί κάνουν ψιλά την εξουσία που αγόρασαν απ’ τα αφεντικά τους και εμπορεύονται όλες τις ιερές πράξεις: βαφτίσια, γάμους, διαζύγια και διαθήκες».

Η περιγραφή του Μαρξ δείχνοντας τα προνόμια του κλήρου δείχνει μαζί και το μηχανισμό καταπίεσης και εκμετάλλευσης των χριστιανικών πληθυσμών της αυτοκρατορίας. Μπορούμε να προσθέσουμε ότι το πατριαρχείο με τον κλήρο ρύθμιζε και την εκπαίδευση. Είχε και έχει εμβλημά του το δικέφαλο βυζαντινό αετό. Διαπραγματευόταν με το οθωμανικό κράτος μέσον της Υψηλής Πύλης. Διατηρούσε διπλωματικές σχέσεις με τα ξένα κράτη. Οι χριστιανικοί πληθυσμοί ονόμαζαν τον πατριάρχη «αφέντη» και «βασιλιά». Για πρώτη φορά στην ιστορία του το πατριαρχείο της Πόλης απόχτησε τόση μεγάλη δύναμη. Έτσι αυτά του τα συμφέροντα και η ευθύνη του απέναντι στη σουλτανική εξουσία για τη νομιμοφροσύνη των χριστιανικών πληθυσμών το μετάβαλαν σε πιστό σύμμαχο της οθωμανικής εξουσίας και εχθρό κάθε κινήματος εθνικής και πνευματικής χειραφέτησης των υποδουλωμένων λαών.

2. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑΓΕΣ

Ανάπτυξη των εμπορικών ανταλλαγών Γρήγορα έσπασε η πολεμική ορμή των τούρκων, ιδίως με την ήττα που έπαθαν στην πολιορκία της Βιέννης, τον καιρό του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή (1520 – 1567). Η Ισπανία μα κυρίως η Βενετία και η Αυστρία, που η προέλαση των οθωμανών απειλεί αυτή τους την ύπαρξη, είνε οι χειρότεροι πολέμιοί τους. Για την αντιμετώπισή τους οι σουλτάνοι προσεγγίζουν τη Γαλλία και ο ίδιος ο σουλτάνος Σουλεϊμάν παραχώρησε τα πρώτα προνόμια (αρχή των διομολογήσεων) στους γάλλους. Αυτά τα προνόμια είνε μονόπλευρες ατέλειες στο γαλλικό εμπορικό κεφάλαιο και στη γαλλική κυβέρνηση, έτσι που ουσιαστικά μονοπωλούν το οθωμανικό εμπόριο. Οπωσδήποτε άρχισαν κανονικότερες οι εμπορικές σχέσεις με τη δυτική Ευρώπη που αναπτύσσεται το εμπόριο και πρώτα το εξωτερικό. Από την Ελλάδα βγάζουν αγροτικά προϊόντα, που τάπαιρναν οι γαιοχτήμονες από τους αγρότες. Απ’ την Πελοπόννησο βγάζουν λάδι, σταφίδα, δέρματα, μαλλί, σιτάρι, ζώα, τυρί. Απ’ την Αττική μέλι, κερί, απ’ τη Στερεά μπαμπάκι, δέρματα, μαλλί. Απ’ τη Θεσσαλία σιτάρι, απ’ τα νησιά φρούτα, κρασί, λάδι. Στα 1705 έβγαναν απ’ την Ήπειρο στο εξωτερικό 2.000 καντάρια μπαμπάκι, 15.000 λινάρι, 600 δέματα καπότες και άλλα είδη. Απ’ το εξωτερικό μπάζουν σίδερο, χαλκό για αγροτικά εργαλεία και μαγειρικά σκεύη, πολύτιμα υφάσματα, τσόχες, μπαχαρικά, όπλα για τις κυρίαρχες τάξεις—τους οθωμανούς και τον ανώτερο κλήρο. Οι έλληνες απαλλαγμένοι απ’ τη στρατιωτική υπηρεσία, πήραν αυτοί την κίνηση στα χέρια τους και είχαν κύριους ανταγωνιστές τους εβραίους και τους, αρμένηδες.

Η ανάπτυξη του εμπορίου συνοδεύεται με μεταναστευτικό ρεύμα προς το εξωτερικό. Οι έμποροι εγκαθίστανται στα εμπορικά κέντρα του εξωτερικού και τόρα κυρίως αρχίζουν να δημιουργούνται οι περίφημες παροικίες. Οι παροικίες δυναμώνουν κι από τις μεταναστεύσεις, που γίνουνται από πολεμικά γεγονότα και διωγμούς, μα το εμπορικό κεφάλαιο αποτελεί το σημείο έλξης και τον οργανωτή των παροικιών που προόδεψαν και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη νεοελληνική ιστορία. Έτσι ιδρύεται η παροικία της Βενετίας στα 1493, της Αγκώνας στα 1524, της Βιέννης στις αρχές και της Τεργέστης στα μισά του 18ου αιώνα, της Λειψίας στα 1743 από γουναράδες της Καστοριάς, του Μπρεσλάου στα 1742. Στη Μολδοβλαχία ιδρύθηκαν απ’ τις αρχές του 18ου αιώνα, με την εγκαθίδρυση εκεί των Φαναριωτών, στη Μόσχα στα 1633, στο Κίεβο στα 1620. Οι εμπορικές αυτές παροικίες έπαιζαν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του νέου ελληνισμού. Άνοιγαν καινούριες αγορές και έβγαζαν στο εξωτερικό καινούρια προϊόντα. Έστελναν χρήματα στις πατρίδες τους, στα σπίτια τους, σ’ εκκλησίες, σκολειά, για φιλανθρωπικούς λόγους και διευκόλυναν έτσι την ανάπτυξη των ανταλλαγών και το πλάτεμα της εσωτερικής αγοράς.

Συνάμα δυναμώνουν και οι ανταλλαγές ανάμεσα στις διάφορες περιφέρειες της ειρηνεμένης και απέραντης αυτοκρατορίας. Οι έλληνες γυρολόγοι, έχοντας στήριγμα τον ελληνικό κλήρο, απλώνουν τη δράση τους σ’ όλες τις οθωμανικές επαρχίες. Οι παλιοί ελληνικοί πληθυσμοί, που βαστιόνταν ακόμη από το Βυζάντιο στη Μικρασία και στην ευρωπαϊκή Τουρκία, δυναμώνουν και καινούριες παροικίες δημιουργούνται. Ιδιαίτερα πυκνώνει το ελληνικό στοιχείο στην Πόλη, γιατί εκεί είνε το εθνικό-θρησκευτικό-πολιτικό τους κέντρο, το πατριαρχείο, καθώς και το κέντρο της αυτοκρατορίας. Γι’ αυτό θα ξαναμιλήσουμε.

Βιοτεχνία — Ναυτιλία Μαζί με την ανάπτυξη των ανταλλαγών αναπτύσσεται και η χειροτεχνική παραγωγή. Η χειροτεχνία σπάζει πια τα σπιτικά πλαίσια και δουλεύει για την αγορά. Το εμπορικό κεφάλαιο αρχίζει να οργανώνει τη χειροτεχνική παραγωγή. Δυναμώνει ο καταμερισμός της δουλειάς και φανερώνονται τα εργαστήρια. Δυστυχώς δεν υπάρχουν πληροφορίες για το βαθμό ανάπτυξης και οργάνωσης της βιοτεχνικής παραγωγής των εργαστηρίων. Ωστόσο ο καταμερισμός της δουλειάς αναπτύσσεται. Στα Γιάννενα, κέντρο εμπορικό και βιοτεχνικό, δουλεύουν τα παρακάτω σινάφια: εικονογράφοι, ξυλογλύφτες, πρωτομάστοροι, χτίστες, ραφτάδες, χυσοκεντητάδες, μπρισιμιτζήδες, καποτάδες, ανυφαντάδες, τριχάδες, γουναράδες, τουφεξήδες, ταμπάκηδες, χρυσικοί, ασημιτζήδες, μπακιρτζήδες, καλαντζήδες, γανωματήδες. μαρμαράδες, τσεμπερτζήδες, πασματζήδες, καμπαναρτζήδες, τσουκαλάδες, βαρελάδες, σαμαράδες, ψαθάδες, σεντουκάδες. Κι ο κατάλογος δεν είνε συμπληρωμένος.

Τα πιο πολλά επαγγέλματα είναι οργανωμένα σε σινάφια. Δημιουργούνται βιοτεχνικά κέντρα, που ειδικεύονται στην παραγωγή ορισμένων ειδών. Τέτια κέντρα αποτελούν τα Βλαχοχώρια γύρω από τις κωμοπόλεις Συράκου και Καλαρύτες της Ηπείρου· τα Ζαγοροχώρια, όπου βγαίνουν κυρίως ναυτικές κάπες· τα 24 χωριά του Πηλίου, όπου βγάνουν μαλλινα σκεπάσματα και μεταξωτά μαντήλια τα Μαδεμοχώρια της Χαλκιδικής, όπου δούλευαν 500-600 φούρνοι κ’ έδιναν φόρο 220 οκάδες ασήμι. Στην Καλαμάτα παράγουν μεταξωτά μαντήλια, τις περίφημες μεσσήνες· στη Στεμνίτσα και τη Δημητσάνα, δούλευαν το μέταλλο, έχυναν καμπάνες κ’ έφτιαχναν κάθε λογής μεταλλικά είδη. Πολλά προϊόντα οι ίδιοι οι παραγωγοί τα μεταφέρουν και τα πουλάν στα παζάρια και στα πανηγύρια η δουλεύουν με παραγγελία διάφορα είδη. Τεχνίτες επίσης χτιστάδες, βαρελάδες, καμπαναρτζήδες, ραφτάδες και άλλοι ταξιδεύουν σ’ όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας για ολόκληρη περίοδο. Έτσι αναπτύσσονται και οι πόλεις σαν εμποροβιοτεχνικά ή διοικητικά και στρατιωτικά κέντρα. Κυριότερες πόλεις είνε τα Γιάννενα, η Λάρισα, η Πάτρα, το Ηράκλειο της Κρήτης, η Τρίπολη, η Λειβαδιά, η Αθήνα και άλλες.

Μαζί μ’ όλη αυτή την κίνηση αναπτύσσεται και η ναυτιλία και συνδέει τα παράλια και τα νησιά, περιορίζεται γύρω στο Αιγαίο και μόνο στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα βγαίνει όξω στη Μεσόγειο. Την ανάπτυξη της ναυτιλίας τη βοηθάν οι ρωσοτουρκικές συνθήκες του 1774, 1789 και 1792. Σύμφωνα μ’ αυτές τα καράβια με ρούσικη σημαία είχαν το δικαίωμα να περνάν ελεύθερα στα Στενά. Οι έλληνες καραβοκυραίοι σήκωναν ρούσικη σημαία και απόφευγαν τις τούρκικες πιέσεις, υποστηριζόμενοι από την τσαρική πολιτική. Τα καΐκια και καράβια τάφτιαχναν οι ίδιοι στα ναυτικά κέντρα. Σαν τέτια διακρίθηκαν το Μεσολόγγι, το Γαλαξίδι, η Μύκονο και μόνο στα τέλη του 18ου αιώνα τα ξεπέρασαν τα ξερόνησα Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά. Ανάγκη να σημειώσουμε ότι η ναυτιλία ήταν συνδεμένη στενά με την πειρατεία, ιδίως στις αρχές της ανάπτυξής της. Οι εμποροκαραβοκυραίοι συχνά, έκαναν τον κουρσάρο. Ακόμα στο 19ον αιώνα οι καραβοκυραιοι το γύριζαν στο κουρσάρικο. Ο Ανδρέας Μιαούλης, ο ναύαρχος του 1821, στα νιατα του έκανε τον κουρσάρο, όπως έκανε και λαθρεμπόριο πολέμου σ’ όλη σχεδόν την επαγγελματική του σταδιοδρομία. Η πειρατεία μαζί με την τοκογλυφία και τις κρατικές και πατριαρχικές ποομήθειες έπαιξαν τον πιο σπουδαίο ρόλο στην ανάπτυ:η της ελληνικής αστικής τάξης.

Έτσι απ’ τις αρχές του 17ου αιώνα αναπτύσσεται, το εμπορικό κεφάλαιο και απ’ το 18ο άρχισαν να δημιουργούνται σαν κοινωνικά στρώματα οι έμποροι, οι καραβοκυραΐοι, οι βιοτέχνες και να φανερώνονται αστικά βιοτεχνικά κέντρα. Είνε τα πρώτα εμπορικά στοιχεία του καινούριου τρόπου παραγωγής.

«Αστικές» Κοινότητες Σα συνέπεια αναπτύσσονται οι «αστικές» κοινότητες που σαν πιο εξελιγμένες οικονομικά μορφές έφτασαν σε αυτονομία. Σ’ αυτές μπορούμε να κατατάξουμε: τα Μαδεμοχώρια της Χαλκιδικής· τ’ αποτελούσαν 12 κωμοπόλεις με 360 άλλα χωριά και συνοικισμούς. Τα Ζαγόρια της Ηπείρου, ομάδα από 40 χωριά, με πρωτεύουσα το Καπέσοβο. Οι δυο ομάδες τα Βλαχοχώρια γύρω από το Συράκο και τις Καλαρύτες. Τα 24 χωριά του Πηλίου κ.α. Τέλος η εμπορο-βιοτεχνική κοινότητα των Αμπελακιών και τα εμποροναυτικά νησιά Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά, Χίος, Σάμος αποτελούσαν τις πιο εξελιγμένες μορφές των αυτόνομων κοινοτήτων. Πλέρωναν μόνο ένα ορισμένο φόρο και τα νησιά έστελναν ένα ορισμένο αριθμό ναύτες, κάθε χρόνο, να υπηρετούν στο ναύσταθμο της Πόλης και ανήκαν στη δικαιοδοσία του αρχιναυάρχου, όπως όλα τα νησιά. Η Ύδρα έστελνε 250 ναύτες. Και σ’ αυτές τις αστικές κοινότητες η διοίκηση βρισκόταν στα χέρια των εμπόρων, καραβοκυραίων και του κλήρου, που αποτελούσαν τους άρχοντες του τόπου. Στα Ψαρά οι λαϊκές μάζες είχαν τα πιο πολλά δικαιώματα. Άρχοντες κοινοτικοί έβγαιναν μόνο από το στρώμα των εμπορο-καραβοκυραίων. Ωστόσο ο λαός ψήφιζε και έβγαζε 40 εκλογείς. Αυτοί οι 40 έβγαζαν τους 4 δημογέροντες. Στις παραμονές του 1821 οι άρχοντες ζήτησαν απ’ τους τούρκους και διόριζαν ένα διχτάτορα ζαμπίτη. Σ’ αυτό θα ξανάρθουμε.

Μπορείτε να βρείτε το 3ο μέρος εδώ