Βιβλιοπαρουσίαση: Τα Γαϊδουράγκαθα του Μπάραγκαν

0
131

του Μανάδη Γιώργου

istrati00Πριν περίπου ένα δίμηνο ξεκίνησα να μεταφράζω για λογαριασμό των εκδόσεων Φαρφουλάς τα Γαϊδουράγκαθα του Μπάραγκαν του Παναϊτ Ιστράτι. Ένα βιβλίο που γράφτηκε το 1928, επτά χρόνια πριν από τον θάνατο του συγγραφέα. Είναι ένα βιβλίο που διασώζει την μνήμη μιας αυθόρμητης, ανοργάνωτης και ηρωικής εξέγερσης τριών χωριών της Ρουμανίας ενάντια στην πείνα και τη σκληρή εκμετάλλευση που είχαν επιβάλει οι τσιφλικάδες της περιοχής. Το αποτέλεσμα ήταν να ισοπεδωθούν τα χωριά αυτά και να σφαγιασθούν οι περισσότεροι κάτοικοι (έντεκα χιλιάδες) τους από τον ρουμάνικο στρατό. Η περιγραφή γίνεται μέσα από τα μάτια ενός παιδιού χωρίς οικογένεια, ενός περιπλανώμενου αλητάκου και απηχεί τα βιώματα του συγγραφέα από την εποχή που ο ίδιος ως παιδί, περιπλανιόταν ανέστιος στη ρουμάνικη ύπαιθρο αναζητώντας την τύχη του.

Ο Παναϊτ Ιστράτι (1884-1935) έζησε όλη τη νιότη του μέσα στις πιο άθλιες συνθήκες, γυρίζοντας διάφορες χώρες και αλλάζοντας δεκάδες επαγγέλματα για να επιβιώσει, συχνά κυνηγημένος για τις σοσιαλιστικές του ιδέες. Τα βιώματα και τα διδάγματα από το μεγάλο σχολείο του δρόμου αποτυπώνονται στη λιτή, ανεπιτήδευτη και συνταρακτική γραφή του. Δίκαια επομένως χαρακτηρίστηκε ως ο «Γκόρκυ» των Βαλκανίων. Αλλά και Τζάκ Λόντον των Βαλκανίων να χαρακτηριζόταν κι αυτό σωστό θα ήταν…

Ο  Παναΐτ  Ιστράτι  γεννήθηκε  στη  Βραΐλα  της  Ρουμανίας  το  1884  και  το  πραγματικό  του όνομα  ήταν  Παναγής  Βαλσάμης. Ήταν  γιος ενός Κεφαλλονίτη λαθρέμπορου, του Γεωργίου Βαλσάμη, και μιας Ρουμάνας χωρικής, της Ζωίτσας Ιστράτι. Φοίτησε μόνο στο δημοτικό σχολείο αλλά ήταν μανιώδης βιβλιοφάγος.  Σε ηλικία δώδεκα ετών εγκαταλείπει το σπίτι του για να περιπλανηθεί στην Ευρώπη και την Εγγύς Ανατολή.

Έκανε διάφορα επαγγέλματα: υπάλληλος ξενοδοχείου, λιμενεργάτης, νυχτοφύλακας, ελαιοχρωματιστής, φωτογράφος κ.ά.

Το 1921 έκανε απόπειρα αυτοκτονίας σ’ ένα δημόσιο κήπο στη Νίκαια της Γαλλίας, κόβοντας το λαιμό του μ’ ένα ξυράφι. Είχε αφήσει δίπλα του ένα γράμμα κι αυτό έγινε αφορμή να τον ανακαλύψει ο Γάλλος λογοτέχνης Ρομάν Ρολάν, ο οποίος δεν τον προτρέπει απλά, μα τον υποχρεώνει σχεδόν να γράψει στα γαλλικά, μια γλώσσα που ο Ιστράτι μελετά μόλις λίγα χρόνια.

Δύο χρόνια αργότερα, το 1923, εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο, η Κύρα Κυραλίνα.

Κατά την διάρκεια των περιπλανήσεών του γίνεται φίλος με τον Καζαντζάκη. Πιο συγκεκριμένα συναντιούνται τον Οκτώβριο του 1927 όπου και οι δύο βρίσκονται προσκεκλημένοι της ρωσικής κυβέρνησης για τον εορτασμό των δέκα χρόνων από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Γυρίζουν μαζί την αχανή έκταση και διαμορφώνουν μια αντίληψη για τα όσα εξελίσσονται στη χώρα. Λίγο πιο μετά, στις 11 Ιανουαρίου 1928 ο «Εκπαιδευτικός Όμιλος», ο φορέας των προοδευτικών διανοουμένων, οργανώνει στο θέατρο «Αλάμπρα» εκδήλωση για τις εμπειρίες από το σοβιετικό πείραμα, με ομιλητές τον Ιστράτι, τον Καζαντζάκη και τον μεγάλο παιδαγωγό Δημήτρη Γληνό. Ο Ιστράτι βρίσκεται ήδη στην Ελλάδα, προσκεκλημένος από την εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα». Στην εκδήλωση μιλά πρώτος ο Γληνός, μετά ο Καζαντζάκης και στο τέλος ο Ιστράτι, που ξεσηκώνει τα πλήθη καθώς ο λόγος του είναι χαρισματικός. Έτσι, άλλωστε, χαρισματικό περιέγραψε τον Ελληνορουμάνο στοχαστή ο ίδιος ο Καζαντζάκης στη δική του ομιλία. Μετά το τέλος των ομιλιών, η εκδήλωση μετατρέπεται σε μια μεγάλη διαδήλωση στους δρόμους της Αθήνας! Απ’ τα δημοσιεύματα των εφημερίδων την επόμενη ημέρα, που αναφέρουν, στην ουσία, ότι έγινε μια… αντεθνική εκδήλωση και οι λόγοι των τριών ήταν αντίστοιχα κατά της Ελλάδας, παρεμβαίνει ο εισαγγελέας που διατάσσει την αστυνομία να διενεργήσει έρευνα. Το αποτέλεσμα είναι να διωχθούν, μέσα σε αντιδράσεις των προοδευτικών διανοουμένων, οι τρεις.

Ο Ιστράτι απελαύνεται, ενώ οι Καζαντζάκης και Γληνός οδηγούνται σε δίκη αλλά αθωώνονται.  Η δίκη θα γίνει στις 3 Απριλίου, χωρίς την παρουσία του Καζαντζάκη, ο οποίος βρισκόταν στο Κίεβο. Και οι δυο τους θα αθωωθούν.

Στο βιβλίο τώρα πιο συγκεκριμένα, μέσα από την απέριττη γραφή του Ιστράτι αναδύεται ένας πλούτος συναισθημάτων για τη φύση, τον άνθρωπο, τα ζώα και, κυρίως για το πόσο διαφορετικά θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα. Μέσα από τους, συχνά απλοϊκούς διαλόγους μεταξύ των χωρικών, μας δείχνει την πίστη του στον άνθρωπο και χωρίς ποτέ να το λέει για τα θαύματα που μπορεί να πετύχει η ταξική συνειδητοποίηση.

Ή όπως λέει και ο ίδιος και μεταφράζω εγώ:

Tα κάρα κολλούσαν στη λάσπη ή αναποδογύριζαν, τα ζώα πέφτανε στα γόνατα και μας ζητούσαν έλεος, οι άνθρωποι χτυπούσαν τα ζώα και μάλωναν μεταξύ τους, τα καλαμπόκια σάπιζαν στις γούρνες και έπρεπε να κουβαλάνε τα δεμάτια στις πλάτες των παιδιών. Αυτοί οι άντρες, οι γυναίκες και τα παιδιά δεν ήταν παρά ένας σωρός από παλιόρουχα μουσκεμένα και λασπωμένα, χοντρά κομμάτια γης που λαχάνιαζαν υπό τους χτύπους μια άχρηστης καρδιάς. Αυτοί ήταν οι Ρουμάνοι χωριάτες το φθινόπωρο του 1906.

Το βιβλίο διατίθεται από το βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Φαρφουλάς, Μαυρομιχάλη 18, Αθήνα καθώς και από όλα τα βιβλιοπωλεία.

Δημοσιεύτηκε στον Λαμπτήρα Πυρακτώσεως τ. 14ο