Αντικατάσταση της πρόνοιας

0
89

H “μεγάλη κοινωνία” των Συντηρητικών στη Μεγάλη Βρετανία, στηρίζεται στις γυναίκες που αντικαθιστούν την πρόνοια

Οι οικογένειες με παιδιά καλούνται να επωμισθούν το βάρος της ιδιωτικοποίησης και των περικοπών – και αφήνουν αυτούς που φροντίζουν την οικογένεια με περισσότερη απλήρωτη εργασία

Της Selma James

Το κράτος πρόνοιας ήταν μια κληρονομιά από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Μετά από την μιζέρια της μεγάλης ύφεσης και τη σφαγή που ακολούθησε, οι άνθρωποι απαίτησαν αλλαγή: η ευημερία των ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένης της εργατικής τάξης, μπήκε σε πρώτο πλάνο. Εκατομμύρια ανθρώπων απαίτησαν σοσιαλισμό – και το κράτος πρόνοιας ήταν αυτό που πήραμε. Από το 1951 έως το 1979, οι Συντηρητικοί ήταν επιφυλακτικοί, ορισμένοι ακόμη και όταν αποδέχονταν την εκπολιτιστική επίδραση του «δικαιώματος»: κάθε ανθρώπινη ύπαρξη δικαιούται να μη λιμοκτονεί, τουλάχιστον στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Οι περικοπές που ανακοίνωσε χθες ο George Osborne είχαν ως στόχο για άλλη μια φορά να αναδείξουν τις δυνάμεις της αγοράς και όχι τα ανθρώπινα όντα ως απόλυτη οικονομική και κοινωνική προτεραιότητα, ρίχνοντας μας πίσω στα χρόνια της στέρησης, στην εποχή του μεσοπολέμου.

Ένα σημαντικό επίτευγμα ήταν το καθολικό οικογενειακό επίδομα (τώρα το επίδομα τέκνου), που αναγνώρισε τις μητέρες ζωτικής σημασίας εργαζόμενες, για την διαιώνιση-αναπαραγωγή της ανθρώπινης φυλής. Μόλις η ψήφος κερδήθηκε, η φεμινίστρια Eleanor Rathbone, παιδί μίας οικογένειας του Λίβερπουλ ταγμένης κατά της δουλείας, είχε εργαστεί ακούραστα για να αποδείξει ότι οι μητέρες και τα παιδιά είχαν δικαίωμα να λάβουν εισόδημα ανεξαρτήτως από αυτό που κέρδιζαν ή δεν κέρδιζαν οι σύζυγοί τους. Θα αναγνωρίσει τις ανάγκες των παιδιών, την εργασία και την οικονομική αυτονομία αυτών που τα φροντίζει. Το οικογενειακό επίδομα θα μπορούσε να επανορθώσει την μεγάλη αδικία που είχε γίνει εις βάρος της αδέκαρης μητέρας που ήταν η οικονομικά «απόκληρη». Οι μητέρες και τα παιδιά, αν και άμισθοι, ήταν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού.

Η Rathbone αγωνίστηκε ώστε τα εισοδήματα αυτά να είναι καθολικά: μια μητέρα, σε οποιαδήποτε τάξη και αν ανήκε, είχε το δικαίωμα να πληρωθεί για τη φροντίδα που προσέφερε. Ήταν ένα δικαίωμα, δεν ήταν φιλανθρωπία. Αλλά η Rathbone πίστευε ότι αυτό θα εγγυόταν την οικονομική ανεξαρτησία των γυναικών.

Και απογοητεύθηκε βαθειά.

Καθώς οι γυναίκες έπρεπε να επικεντρωθούν σε κάποιον άλλο τρόπο απόκτησης οικονομικής ανεξαρτησίας στο πέρασμα των χρόνων, το βασικό έργο της αναπαραγωγής του ανθρώπινου γένους υποχώρησε ως κοινωνική προτεραιότητα.

Μερικές φεμινίστριες τα πήγαν πολύ καλά στον επαγγελματικό στίβο, ανταγωνιζόμενες τον »κόσμο των ανδρών». Οι μητέρες τους έκαναν αποκλειστικά δουλειές του σπιτιού. Οι γυναίκες τώρα μπορούσαν να κάνουν κάτι παραπάνω. Η επαγγελματική σταδιοδρομία τους θα μπορούσε να καλύψει την πληρωμή άλλων γυναικών (χαμηλότερου εισοδήματος), που θα εργάζονταν με τη σειρά τους ως παραμάνες και καθαρίστριες.

Η Rathbone εξάλλου γνώριζε ότι άνθρωποι συνηθισμένοι να μετρούν τις αξίες με βάση το χρήμα, θα επιμείνουν ακόμη και αντίθετα στην προσωπική εμπειρία τους, να σκέφτονται απαξιωτικά για κάθε είδους χαμηλά αμειβόμενη υπηρεσία και περισσότερο απαξιωτικά για το είδος των υπηρεσιών που προσφέρονται χωρίς κανένα αντάλλαγμα

Η άποψη της Θάτσερ ότι «Δεν υπάρχει κοινωνία» και το μίσος της για «την κουλτούρα του δικαιώματος» έχει καθορίσει την κοινωνική πολιτική από το 1979. Μόλις ανέλαβε ο Μπλερ αποκάλε τις ανύπαντρες μητέρες «άεργες», και έκοψε τα προνόμοια του »μοναδικού γονέα». Η εργασία της ανατροφής των παιδιών, όπως φαίνεται, ήταν σπατάλη χρόνου. Αυτό απεικόνισε η πρόσφατη πράξη αναμόρφωσης συνθηκών Πρόνοιας, η οποία κατάργησε τη στήριξη του εισοδήματος, προνόμιο που αναγνώριζε την απλήρωτη εργασία των μητέρων, και αναλογικά θυμίζει τις τρέχουσες περικοπές. Η Harriet Harman παρουσίασε τη μείωση στα προνόμια των μονογονεϊκών οικογενειών. Η Yvette Cooper φρόντισε τη σωστή εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Με ποιά αξιοπιστία μπορούν να αντιταχθούν τώρα στις περικοπές των Συντηρητικών;

Έχει παρατηρηθεί ότι οι οικογένειες με παιδιά θα φέρουν το κύριο βάρος των περικοπών, ενώ δεν θα υπάρχει πρόβλημα στο εισόδημα της άτεκνης οικογένειας, στην οποία εργάζονται και οι δύο σύζυγοι. Η γυναίκα που φροντίζει είναι εκείνη που θα φέρει το βαρύτερο φορτίο, επειδή έχει τη μεγαλύτερη ευθύνη. Και όχι μόνο για τα παιδιά που θα χάσουν την εκπαίδευση και άλλα επιδόματα, αλλά και για τους συγγενείς με αναπηρία και για τους συνταξιούχους γονείς για τους οποίους οι υπηρεσίες από την τοπική αυτοδιοίκηση είτε θα κοπούν άμεσα είτε θα περιοριστούν και θα παρέχονται από εργαζόμενους, που πληρώνονται με αμοιβές σκλάβων και δεν το κάνουν επειδή νοιάζονται, αλλά απλά διεκπεραιώνουν μία εργασία.

Οι μητέρες είχαν διαφύγει την οικονομική εξάρτηση αναλαμβάνοντας θέσεις απασχόλησης ως εκπαιδευτικοί, βιβλιοθηκάριοι, και άλλες δημόσιες θέσεις εργασίας. Παράλληλα, το 60,3% των δύο εκατομμυρίων ανύπανδρων γονέων αναγκάστηκαν να ζητήσουν εργασία εκτός σπιτιού (αύξηση από 44,7% το 1997) – ακόμα και μητέρες που θηλάζουν είναι υποχρεωμένες να δώσουν συνεντεύξεις για εργασία. Πράγματι, ο αριθμός των μητέρων που έμεναν στο σπίτι, είχε φτάσει σε ιστορικά χαμηλότερα επίπεδα, καθώς οι οικογένειες αγωνίζονταν να τα βγάλουν πέρα. Οι περισσότερες από αυτές τις γυναίκες θα πρέπει τώρα να σταλούν στο σπίτι εξαιτίας των περικοπών.

Τώρα …τι;

Η μοίρα των γυναικών ξεχωρίστηκε από τη μοίρα των παιδιών, που η ευημερία τους σε κάθε περίπτωση δεν λαμβάνεται υπ’όψιν. Υπάρχει μικρή ανησυχία για το τι τρώνε τα παιδιά (ρωτήστε τον Jamie Oliver) ή πόσα παιδιά τελειώνουν το σχολείο όντας αναλφάβητα ή πόσα παιδιά αναγκάζονται να φροντίζουν ανίκανους γονείς ή αδέλφια, όταν οι γονείς είναι έξω στην εργασία. Επίσης, η παιδική φτώχεια δεν αντιμετωπίζεται ως ένα τραγικό σκάνδαλο, γεγονός που αποτελεί το λόγο που η επικείμενη αύξηση της εξαθλίωσης δεν προκαλεί το σοκ που θα έπρεπε.

Οι διαρθρωτικές πολιτικές προσαρμογής, δηλαδή η ιδιωτικοποίηση και οι περικοπές που κατέστρεψαν τον αναπτυσσόμενο κόσμο κατά τη δεκαετία του ’80 και του ’90, βασίστηκαν σε γυναίκες που αναλάμβαναν θέσεις άμισθης εργασίας ή έμεναν χωρίς δουλειά – ακόμα και αν αυτό σήμαινε πείνα. Με τον ίδιο τρόπο, η «μεγάλη κοινωνία» σχεδιάζει να οδηγήσει τις γυναίκες στο να αντικαταστήσουν την κακοπληρωμένη τους εργασία με εργασία τελείως απλήρωτη. Η δουλειά που προσφέρουν οι γυναίκες φροντίζοντας τους άλλους επιζητείται και πάλι αλλά ποτέ δεν υπολογίζεται.

Οι περικοπές βασίζονται στην παράλογη υπόθεση ότι οι δυνάμεις της αγοράς είναι πέρα από τον ανθρώπινο έλεγχο. Τί συνέβη στον ελεύθερο χρόνο που θα μας χάριζε η τεχνολογία, στο βωμό της οποίας πολλοί άνθρωποι βρέθηκαν στην ανεργία και αντικαταστάθηκαν από τις μηχανές; Απορρίπτουμε την επικρατούσα άποψη ότι ο χρόνος των γονέων και οι πόροι που δαπανά η κοινωνία σχετικά με τη φροντίδα είναι μια απρόσιτη πολυτέλεια, αλλά οι υπέρογκοι μισθοί, τα μπόνους και τα όπλα δεν είναι!

Καλούμαστε να πολεμήσουμε για όλα αυτά, όπως κάνουν ήδη στη Γαλλία.

Αναδημοσίευση από Τελέσσιλα, τεύχος 53