Η τέχνη στην εποχή του εμπορεύματος

0
371

Γιάννης Νίνος
Υπ. Διδάκτορας Φιλοσοφίας στο Πολ. Κρήτης

Μέχρι ακόμη και την εποχή μας, η τέχνη αποτελεί ένα πεδίο το οποίο ξεφεύγει από το στόχαστρο της επιστήμης. Γενικότερα η αντίθεση λόγου και αισθήματος η οποία ανέκυψε κατά τη μετάβαση στην κεφαλαιοκρατία και κορυφώθηκε την εποχή του Διαφωτισμού ενέταξε την τέχνη στο πεδίο του απόκρυφου, του διαισθητικού και του υποκειμενικού. Παρόλο που η επιστήμη επηρέασε και επηρεάζει καταλυτικά την τέχνη και τις ιδιαίτερες μορφές της, στέκεται κάθε φορά αμήχανη στην πρόκληση της επιστημονικής της εξέτασης. Το παραπάνω φαινόμενο οφείλεται σε μια σειρά παραγόντων όπως η ανωριμότητα του σταδίου ανάπτυξης της τέχνης ως αντικειμένου και ειδικότερα πριν την εμφάνιση του κινηματογράφου, η εν πολλοίς ταύτιση του αισθητικού με το ανορθολογικό και το αντιεπιστημονικό, η κοινωνική θέση των καλλιτεχνών, η υποταγή της τέχνης στην κερδοφορία του κεφαλαίου κ.ά. Επιπλέον θα πρέπει να επισημάνουμε ότι στο βαθμό που η τέχνη έχει να κάνει με τις σχέσεις αλληλεπίδρασης μεταξύ των ανθρώπων, με την παιδαγωγική και την καλλιέργεια της προσωπικότητας, τα οποιαδήποτε εγχειρήματα προσέγγισης των νομοτελειών της τέχνης από τη σκοπιά των υλικών συμφερόντων του κεφαλαίου έχουν ως σκοπό την χρήση της ως μέσο μαζικής χειραγώγησης, γεγονός που καθιστά τις εν λόγω προσεγγίσεις αποσπασματικές και ανίκανες να προσεγγίσουν την τέχνη ως αναπτυσσόμενη ολότητα. Παρόλη αυτή τη διάσταση τέχνης και επιστήμης, υπήρξαν διανοητές οι οποίοι επιχείρησαν να προσεγγίσουν την τέχνη ως ολότητα και να την εντάξουν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αναφοράς στο σύστημα τους. Κατά τη γνώμη μας, τεράστια συνεισφορά στη μελέτη της τέχνης έχουν οι προσεγγίσεις των Χέγκελ και Λούκατς οι οποίες επιχειρούν να εξετάσουν τις εσωτερικές νομοτέλειες ανάπτυξης της τέχνης και τον ρόλο του υποκειμένου στην αλληλεπίδραση με το έργο τέχνης. Δίχως να έχουμε την αυταπάτη ότι είμαστε φορείς ενός ολοτελούς επιστημονικού λόγου περί τέχνης, θα επιχειρήσουμε σε αυτό το πολύ σύντομο άρθρο να σκιαγραφήσουμε κάποιες λειτουργίες της τέχνης στην εποχή της κυριαρχίας των εμπορευματικών σχέσεων.

Καταρχάς η τέχνη ως ιδιαίτερη σφαίρα της ανθρώπινης δραστηριότητας συνιστά έκφανση της αισθητικής μορφής της συνείδησης. Αισθητική συνείδηση είναι η αντανάκλαση της ουσίας των ανθρώπων, των νομοτελειών των κοινωνικών σχέσεων μέσω αισθητηριακών ισοδυνάμων.[1]Μπορούμε με μια πρώτη ματιά να παρατηρήσουμε ότι κομβικό ρόλο στην ανάπτυξη της τέχνης διαδραματίζει η αλληλεπίδραση τριών βασικών όρων: 1) της τεχνικής η οποίακαθορίζεται από το επίπεδο ανάπτυξης του τρόπου παραγωγής, δηλαδή από το επίπεδο ανάπτυξης των μέσων παραγωγής και της τεχνολογίας το οποίο είναι συνυφασμένο με την ανάπτυξη των καλλιτεχνικών μέσων 2) του στυλ το οποίο καθορίζεται από τους ιδιαίτερους καλλιτεχνικούς νόμους σε κάθε ιστορική εποχή και 3) του καλλιτέχνη ο οποίος καθορίζεται από την ιδιοτυπία του ως υποκείμενο ορισμένων κοινωνικών σχέσεων με συγκεκριμένο ψυχισμό, συνείδηση, ιδεολογία κ.ά.

Η αλληλεπίδραση των παραπάνω όρων καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τόσο την ανάπτυξη της τέχνης ως ολότητα όσο και τις ιδιαίτερες μορφές της, δηλαδή τα διαφορετικά είδη τέχνης. Πρόκειται για μια αλληλεπίδραση η οποία αποκτά διαφορετικές μορφές στη διαδικασία ανάπτυξης τόσο της τέχνης όσο και του κάθε ξεχωριστού είδους. Για παράδειγμα η ειδική αλληλεπίδραση των τριών βασικών όρων διαφέρει κατά την νομοτελή πορεία ανάπτυξης της μουσικής από αυτή της ζωγραφικής, ωστόσο και οι δυο μορφές αλληλεπίδρασης εντός της διαφοράς τους χαρακτηρίζονται από την ειδική μορφή αλληλεπίδρασης του συγκεκριμένου σταδίου ανάπτυξης της τέχνης ως ολότητας. Θα μπορούσαμε να εμβαθύνουμε στις δομικές σχέσεις της τέχνης αλλά αυτό δεν είναι σκοπός αυτού του άρθρου. Θα πρέπει απλώς να τονίσουμε ότι κατά την ανάπτυξη των περισσότερων αν όχι όλων των μορφών τέχνης, ο όρος της τεχνικής και του στυλ διαδραμάτισαν αποφασιστική σημασίαμέχρι ακόμη και την εποχή μας εξαιτίας του γεγονότος ότι η απόκτηση της δυνατότητας για καλλιτεχνική δημιουργία και για χρήση των μέσων της τέχνης συνιστά στις περισσότερες περιπτώσεις μια χρονοβόρα και επίπονη διαδικασία για τον άνθρωπο.

Η ανάπτυξη της τέχνης βάσει της τεχνικής και του στυλ συνεπάγεται ότι η τέχνη δεν αναπτύσσεται κυρίως μέσω αυτών που εκφράζει αλλά του πως τα εκφράζει, πρόκειται δηλαδή για μια ανάπτυξη που καθοριστικό ρόλο παίζει η μορφή και όχι το περιεχόμενο, το πώς αναπαριστάται κάτι και όχι το τι αναπαριστάται. Παρ’όλα αυτά η πλειονότητα των μεγάλων έργων τέχνης εκφράζει ένα σημαντικό κοινωνικό περιεχόμενο για κάθε ιστορική εποχή το οποίο βρίσκεται στο επίκεντρο των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων.

Με τη ραγδαία εμπορευματοποίηση της τέχνης και την υπαγωγή της στη λειτουργία του κεφαλαίου αλλάζει και ο χαρακτήρας της συσχέτισης μορφής και περιεχομένου. Από τη μια η σύνδεση της καλλιτεχνικής παραγωγής με την κερδοφορία του κεφαλαίου, οδηγεί στην τυποποίηση των έργων τέχνης με αποτέλεσμα να εμφανίζεται μια σωρεία σχεδόν απαράλλακτων έργω τέχνης. Με την τυποποίηση το περιεχόμενο των έργων τέχνης μετατρέπεται σε μια ρηχή και στερεοποιημένη αναπαράσταση της πραγματικότητας η οποία βρίσκεται παντελώς αποκομμένη από την ουσία των κοινωνικών σχέσεων και του κοινωνικού συνειδέναι. Στην πραγματικότητα το κύριο πρόβλημα δεν είναι ότι τα τυποποιημένα έργα τέχνης εκφράζουν την ουσία των κοινωνικών σχέσεων με ελλειμματικό τρόπο, αλλά ότι εκφράζουν μια στρεβλή πραγματικότητα κοινωνικών σχέσεων η οποία επιβάλλεται όλο και περισσότερο στις πραγματικές σχέσεις. Η μορφή των εν λόγω έργων τέχνης συνιστά μια τυποποιημένη μορφή η οποία αλλάζει μόνο ως προς τα επουσιώδη της χαρακτηριστικά προκαλώντας έτσι την ψευδαίσθηση ότι η επανάληψη του παλαιού συνιστά κάτι νέο.

Από την άλλη και ειδικότερα σε αυτό που αποκαλούμε καλλιτεχνική πρωτοπορία, η κερδοφορία συνδέεται με τη μοναδικότητα του έργου τέχνης και του καλλιτέχνη, γεγονός που οδηγεί σε ένα αδυσώπητο αγώνα για την καινοτομία και τη διαφορά. Σε αυτά τα πλαίσια τα έργα τέχνης ανταγωνίζονται ως προς την πρωτοπορία και την καινοτομία της μορφής.

Γενικότερα στην ιστορία της τέχνης και των περισσότερων μορφών της μπορούμε να παρατηρήσουμε μια σταδιακή και αύξουσα διαμεσολάβηση της μορφής από το περιεχόμενο ή του σημαίνοντος από το σημαινόμενο[2]. Ειδικότερα στην ιστορία της τέχνης του περασμένου αιώνα, κάθε καινοτόμο έργο τέχνης ξεπερνά τα εκφραστικά όρια των παλαιότερων αναπτύσσοντας περαιτέρω τη διαμεσολάβηση μορφής και περιεχομένου. Σε αυτή τη διαδικασία το σημαίνον αντιστοιχεί σε όλο και περισσότερα σημαινόμενα προσδίδοντας ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό υποκειμενικότητας στην πρόσληψη του περιεχομένου. Η τάση για όλο και περισσότερη διαμεσολάβηση οδηγεί τελικά στην εμφάνιση έργων τέχνης στα οποία το σημαίνον αντιστοιχεί σε άπειρα σημαινόμενα. Καταλήγουμε έτσι στην μονοχρωματική ζωγραφική, στην πειραματική μουσική, στον πειραματικό κινηματογράφο, στην ποίηση του ασυνείδητου κτλ. Τα έργα άπειρων σημαινόμενων αποκτούν τεράστια αξία και καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις στα παγκόσμια κέντρα της αστικής κουλτούρας όπως το MoMA, το Pompidou κ.ά. Η απειρία του περιεχομένου τους επιτρέπει στον καθένα να δει σε αυτά τα «μεγάλα» έργα τη θάλασσα, τον ουρανό, τη γάτα του και ότι άλλο πραγματικά του κατέβει στο κεφάλι. Όμως μια τέτοια συνειρμική δραστηριότητα είναι δυνατή σχεδόν με οποιοδήποτε υλικό αντικείμενο δίχως να είναι αναγκαία έργο τέχνης.

Ας εξετάσουμε όμως κάπως διεξοδικότερα το παραπάνω ζήτημα . Η επίτευξη της απειρίας σημαινόμενων του έργου τέχνης πραγματοποιήθηκε μέσω της άρνησης του προσδιορισμένου σημαίνοντος. Στο βαθμό που το προσδιορισμένο σημαίνον αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο εύρος σημαινόμενων, η απειρία σημαινόμενων καθίσταται δυνατή μονάχα όταν το σημαίνον λειτουργεί ως άπειρο σημαίνον, δηλαδή ως ένα σημαίνον το οποίο είναι ταυτόχρονα άπειρα σημαίνοντα. Ένα τέτοιο όμως σημαίνον είναι ένα σημαίνον το οποίο στερείται προσδιοριστικότητας. Τον άπειρο σημαίνον είναι έτσι ένα μη-σημαίνον. Ως εκ τούτου, η σχέση άπειρου σημαίνοντος-άπειρων σημαινόμενων μετατρέπεται στη σχέση μη-σημαίνον-μη-σημαινόμενα, το άπειρο ταυτίστηκε με το μηδέν. Κατ’αυτόν τον τρόπο, ο μονοχρωματικός καμβάς, η πειραματική μουσική ή οι ασύνδετες φράσεις ενός ποιήματος καταλήγουν να μην εκφράζουν κανένα περιεχόμενο. Στο βαθμό που η σχέση μορφής και περιεχομένου έχει καταλυθεί, έχει καταλυθεί ταυτόχρονα και η ίδια η καλλιτεχνική αναπαράσταση, άρα και η ίδια η τέχνη. Εάν όμως η τέχνη χάθηκε τι είναι αυτό που ακόμη παραμένει μπροστά μας και όλοι το αναγνωρίζουν ως υψηλό έργο τέχνης;

Η κατάλυση της καλλιτεχνικής σχέσης μορφής και περιεχομένου μετατρέπει το έργο τέχνης σε ένα απλό υλικό αντικείμενο και συγκεκριμένα σε εμπόρευμα. Για να γίνει σαφές, το αντικείμενο αυτό ή καλύτερα το εμπόρευμα αυτό διέπεται από τη σχέση μορφής και περιεχομένου όπως ένα τραπέζι ή ένα γρανάζι αλλά δεν διέπεται από την καλλιτεχνική σχέση μορφής και περιεχομένου η οποία αντιστοιχεί στην καλλιτεχνική αναπαράσταση. Έτσι καλλιτέχνες όπως οι Klein, Rothko, Deren κ.ά., δεν γνώριζαν ότι με τις δημιουργίες τους ακύρωναν τους εαυτούς τους ως καλλιτέχνες και μετατρέπονταν σε απλούς παραγωγούς εμπορευμάτων.

Το εμπόρευμα λοιπόν ως βδέλλα στάθηκε δίπλα στην τέχνη και άρχισε να τρέφεται από τη σάρκα της· μέχρι που κατέλαβε το σώμα της και την ψυχής της. Το αντικείμενο θαυμασμού που στέκεται μπροστά μας είναι το φάντασμα της πεθαμένης τέχνης που αχνοφαίνεται μέσα απ’τον όλεθρο του εμπορεύματος.

Η τέχνη πέθανεόπως ισχυρίστηκαν κάποιοι; Φυσικά και όχι. Αυτό που πέθανε όμως είναι η τέχνη της αστικής πρωτοπορίας. Στη εποχή μας η καλλιτεχνική παραγωγή χαρακτηρίζεται κυρίως από τον δυισμό της πρωτοποριακής και της τυποποιημένης τέχνης. Επιπλέον η μαζική κουλτούρα έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις ενώ έχει συρρικνωθεί η κοινωνική έκφραση από τα κάτω. Η λαϊκή τέχνη που άλλοτε εξέφραζε τις κοινωνικές συνθήκες και τα οράματα των λαών χάθηκε με τη ραγδαία εξάπλωση της παγκόσμια μαζικής κουλτούρας. Η ανάγκη για νέες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης είναι επιτακτική ιδιαίτερα σε συνθήκες διεθνούς οικονομικής κρίσης. Το πραγματικά όμως νέο δεν θα έρθει ούτε από τα δωμάτια και τις συναντήσεις των μοναχικών καλλιτεχνών ούτε από τα παγκόσμια κέντρα παραγωγής της μαζικής κουλτούρας, αλλά θα έρθει από την ανάγκη των λαών που μέσω του αγώνα τους θα εκφράσουν ένα κοινωνικό όραμα για το μέλλον και τις προοπτικές της ανθρωπότητας. Η σύνδεση της τέχνης με την προοπτική της ενοποιημένης ανθρωπότητας καθιστά επιτακτική την αλληλεπίδραση της τέχνης και της επιστήμης τόσο σε επίπεδο καλλιτεχνικής δημιουργίας όσο και σε επίπεδο διάγνωσης και αναπαράστασης των νομοτελειών της τέχνης.

[1] Β.Α. Βαζιούλιν, Η Λογική της Ιστορίας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2004, σ.263

[2] Εδώ μεταθέτουμε τους γλωσσολογικούς όρους στο πεδίο της τέχνης. Κατ’αυτόν τον τρόπο με τους όρους σημαίνον και σημαινόμενο εννοούμε την καλλιτεχνική διάσταση αυτής της σχέσης ως σχέση που απαντά σε συγκεκριμένο κώδικα, τον καλλιτεχνικό.

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Λαμπτήρας Πυρακτώσεως», τεύχος 13, Ιούνης 2014