Η επανάσταση του ’21 και η ταξική πάλη κατά τη διάρκεια της

0
93

Με αφορμή την 25η Μαρτίου παραθέτουμε ολόκληρο το κεφάλαιο 4.4 με τίτλο «Η επανάσταση του ’21 και η ταξική πάλη κατά τη διάρκεια της» από την εργασία «Η επανάσταση του 1821 υπό το πρίσμα των πρώτων Ελλήνων Μαρξιστών ιστορικών» των φοιτητών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημιού Αθηνών,  Ζαφείρης Κωνσταντίνος και Λαπιέρης Σωτήρης.  Το κεφάλαιο παρουσιάζει την άποψη του Γιάννη Ζέβγου.

Είναι προφανές ότι η αναπαραγωγή του κειμένου δε συνιστά υποχρεωτικά και αποδοχή των διαπιστώσεων τους. Θεωρούμε ότι κάθε καλοπροαίρετη κριτική στις απόψεις του Ζέβγου είναι ευπρόσδεκτη και αποτελεί αφορμή για περαιτέρω συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων

***

Ο Ζεύγος (ορθά) θεωρεί ότι από την έναρξη της επανάστασης, υπάρχουν αντιθέσεις όσον αφορά την ηγεμονία στο εσωτερικό της, και κατ’ επέκταση στο Ελληνικό κράτος, όταν αυτό ιδρυθεί.

Σε αρχικό στάδιο θεωρεί ότι την πρωτοβουλία εξ αρχής την αποκτούν οι εμποροκοτζαμπάσηδες.  Απέναντι σε αυτούς ορθώνεται ο Υψηλάντης, ο οποίο εκφράζει τους καπετάνιους και τις λαϊκές μάζες. Η υποστήριξη τους προς τον Υψηλάντη πηγάζει από το κύρος που έχει ως αρχηγός της Φιλικής, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος διαπραγματεύεται με τους κοτζαμπάσηδες για μην θιγεί η εξουσία τους. Ως τρίτη δύναμη αναδεικνύονται οι στρατιωτικοί με ηγέτη τον Κολοκοτρώνη, που αμφιταλαντεύονται μεταξύ των δυο προηγούμενων δυνάμεων.

Πρώτη αποκρυστάλλωση της διαμάχης μεταξύ αυτών των τριών δυνάμεων αποτελεί το Σύνταγμα, προϊόν της πρώτης Εθνοσυνέλευσης. Ο Ζεύγος θεωρεί ότι οι πρόκριτοι βγαίνουν ενισχυμένοι από την Α΄ Εθνοσυνέλευση, καθώς διατηρούν εξουσία σε τοπικό επίπεδο και δεν διαλύονται οι τοπικές Γερουσίες.

Η εξέλιξη της ταξικής πάλης έχει ποιοτικά διαφορετική αποκρυστάλλωση στη Β’ Εθνοσυνέλευση. Ο Ζεύγος όμως, αν και αναφέρει αυτή τη μεταβολή την υποβαθμίζει. Θεωρεί δηλαδή ότι «εμποροκοτζαμπάσηδες συμβιβάστηκαν με το αντιπροσωπευτικό πολίτευμα». Παρ’ όλα αυτά ο συνασπισμός αυτός, εμπόρων και προεστών, έχει ξεκάθαρη ηγεμονία, αυτή των εμπόρων, η οποία αποτυπώνεται από το γεγονός ότι καταργούνται πλήρως οι τοπικές Γερουσίες, στις οποίες την ηγεμονία την είχαν οι προεστοί. Ο ίδιος αν και αναφέρει αυτήν την ποιοτική μεταβολή, εγκλωβισμένος στο πνεύμα της «αστικοτσιφλικάδικης Ελλάδας», δεν μπορεί να διακρίνει την κυριαρχία των εμπόρων επί των προεστών, και θεωρεί ότι «….φορείς των δημοκρατικών αρχών  είναι οι  μορφωμένοι διανοούμενοι (….) με στήριγμα τις λαϊκές μάζες»[1] . Εδώ έρχεται σε αντίφαση με αυτά που ο ίδιος έχει παρατηρήσει νωρίτερα ότι δηλαδή οι «φορείς των δημοκρατικών αρχών» δεν έχουν μπει στη διαδικασία να τις επιβάλλουν και να τις παλέψουν εναντίον εμπόρων και προεστών. Χαρακτηριστικά: «Προσπάθεια να συνενώσουν την πάλη τους, να επιβάλλουν λαϊκή ηγεμονία στην επανάσταση, να δώσουν δημοκρατικό χαρακτήρα στην οργάνωση του νέου κράτους, δεν φαίνεται.»[2]

Έτσι , βλέπουμε ότι αναδεικνύονται όντως τρία ρεύματα εντός της Επανάστασης, που εκφράζουν όμως διαφορετικά συμφέροντα από αυτά που εντοπίζει ο Ζεύγος. Ο Υψηλάντης, σιωπηρά εξαφανίζεται από το έργο του, ως ενσαρκωτής και εκφραστής των αγροτικών μαζών, και πλέον η πάλη διεξάγεται μεταξύ του Κολοκοτρώνη (που εκφράζει τους καπεταναίους, οι οποίοι «… μισούν κατά κανόνα τους διανοούμενους πολιτικούς»[3]), του Μαυροκορδάτου (τον οποίον ο Ζεύγος θεωρεί «πολιτικό αρχηγό των αρχόντων»[4], παρά το γεγονός ότι στη συνέχεια έρχεται σε σύγκρουση μαζί τους) και των Ζαΐμη- Λόντου και των λοιπών προεστών .

Ο Ζεύγος θωρεί τον Κολοκοτρώνη ως εκείνον, που μπορεί να συσπειρώσει τις αγροτικές μάζες, λόγω του κύρος του, που προκύπτει από τις επιτυχίες ενάντια στους Τούρκους. Εκείνος, κατευνάζει τους, εναντίων των προεστών, εξεγερμένους αγρότες. Όμως και πάλι ο συγγραφέας μας αντιφάσκει. Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης, «… ο σωτήρας των προκρίτων»[5], τους επιβάλλει αναγκαστική εισφορά για την αντιμετώπιση του Δράμαλη και όπως και ο ίδιος λέει τους «…τους καταλαμβάνει λύσσα…»[6].

Ο Ζεύγος αν και καταφέρνει να εντοπίσει τους ηγέτες των τριών ρευμάτων , που επί της ουσίας διαμορφώνονται κατά της Επανάσταση, και προσεγγίζει σχετικά τις αντιλήψεις που αυτά εκφράζουν για την πολιτική μορφή του νεοσύστατου κράτος, εγκλωβίζεται και πάλι στα μηχανιστικά σχήματα που διαπερνούν το έργο του. Ως πρώτο ρεύμα[7]  μπορούμε να θεωρήσουμε το «φιλελεύθερο», με ηγέτη τον Μαυροκορδάτο, που εκφράζει τους νησιώτες, και τους οπλαρχηγούς της Στερεάς και επιδιώκει «…την πολιτική ενοποίηση των απελευθερωμένων περιοχών, με βάση τους νεοεισηγμένους αστικοδημοκρατικούς θεσμούς». Δεύτερο ρεύμα αποτελούν οι προεστοί, το «συντηρητικό- ομοσπονδιακό» ρεύμα που επιδιώκει «…μια ομοσπονδιακού τύπου αστική κρατική συγκρότηση, στα πλαίσια της οποίας η «Πελοποννησιακή Γερουσία» θα διατηρούσε μια αυξημένη αυτονομία από την κεντρική κυβέρνηση,, αλλά και από τα όργανα και τις αποφάσεις της κεντρικής εξουσίας» . Το τρίτο ρεύμα (το «συντηρητικό- συγκεντρωτικό») εκφράζεται από τον Κολοκοτρώνη και συσπειρώνει τους οπλαρχηγού του Μοριά και θεωρούσε ότι «για την «κεντροποίηση» της εξουσίας θεωρούσε(…) απαραίτητο τον περιορισμό των φιλελεύθερων θεσμών, του αστικού αντιπροσωπευτικού συστήματος που εισήγαγε η πρώτη εθνοσυνέλευση».

Τα παραπάνω αναδεικνύουν, τόσο ότι, ο Ζεύγος δεν μπορεί να συλλάβει τα πραγματικά κοινωνικά συμφέροντα που εκφράζουν οι διάφοροι εμπλεκόμενοι στον εμφύλιο, γι’ αυτό περιορίζεται να τους αναφέρει ως πρόσωπα, όσο και ότι οι αντιπαραθέσεις εντός της Επανάστασης δεν περιορίζονται, μεταξύ διαφορετικών συμφερόντων, αλλά και διαφορετικών τρόπων οργάνωσης του αστικού κράτους και των θεσμών αντιπροσώπευσης και ηγεμονίας.

Ο σύνθετος ρόλος του Κολοκοτρώνη στην επανάσταση, δεν μπορεί να εντοπιστεί συγκεκριμένα από τον Ζεύγο, όπως και η θέση των προεστών εντός της ενδοεπαναστατικής ταξικής πάλης.

Έτσι για τους δυο εμφύλιους, αν και αναδεικνύεται ως αφορμή τους ο συσχετισμός εντός των Επαναστατικών οργάνων, δεν καταφέρει να δει τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς που αυτοί αποτυπώνουν, και που οδηγούν εν τέλει μετά το πέρας του δεύτερου εμφύλιου ( στον οποίων οι κοτζαμπάσηδες συμμαχούν με το Κολοκοτρώνη εναντίον του νέου εκτελεστικού της β’ Εθνοσυνέλευσης στο οποίο κυριαρχούν οι φιλελεύθεροι) και την ήττα των προεστών, ώστε οι τελευταίοι να  «…παύουν στο εξής να ενσαρκώνουν μια σχετικά αυτόνομη τοπική πολιτική εξουσία, και εντάσσονται σε ένα εντελώς διαφορετικό κοινωνικό και πολιτικό ρόλο: Είτε λειτουργούν ως ηγετικές προσωπικότητες του συντηρητικού κόμματος (το λεγόμενο «ρωσικό κόμμα»), το οποίο συγκροτείται ακριβώς από τη συγχώνευση κατά τα 4 τελευταία χρόνια της επανάστασης των δύο συντηρητικών τάσεων της προηγούμενης περιόδου (της «συγκεντρωτικής» που είναι πλέον και η ισχυρότερη, και της «ομοσπονδιακής» που ουσιαστικά είχε υποταχθεί στην πρώτη), είτε αναλαμβάνουν ηγετικές θέσεις στα πλαίσια του Ελληνικού κράτους και στρατού, που διαμορφώθηκαν από την επανάσταση» [8]

Ο Ζεύγος όσον αφορά το ρόλο που έπαιξαν οι Μεγ. Δυνάμεις αντιλαμβάνεται σωστά ότι «η αστείρευτη δύναμη και καταπληχτική αντοχή της Επανάστασης επέβαλαν την επέμβαση των δυνάμεων». Μπαίνει λοιπόν στον «πειρασμό» να ξεκόψει από το σχήμα της «εξαρτημένης Ελλάδας», που κυριαρχούσε στην εποχή του. Εν τέλει δεν ενδίδει σε αυτόν τον πειρασμό, που θα συνεπαγόταν αλλαγή της γραμμής του ΚΚΕ για τον χαρακτήρα της επανάστασης και της κοινωνικής συμμαχίας που θα την επέβαλλε. Από την Ελλάδα που «…είναι χώρα αγροτο- βιομηχανική με μέση κεφαλαιοκρατική ανάπτυξη και με μισοφεουδαρχικά υπολείμματα» και «….τη σημαντική πολιτική εξάρτηση από το ξένο κεφάλαιο», όπου η επανάσταση «… θα αρχίσει σαν αστικοδημοκρατική», θα μπορούσαν να συναχθούν «επικίνδυνα συμπεράσματα», όπου στην Ελλάδα δεν θα υπήρχαν φεουδαρχικά υπολείμματα, η αστική τάξη δεν θα ήταν εξαρτημένη και έτσι η επανάσταση θα έπρεπε να έχει σοσιαλιστικό χαρακτήρα και κατ’ επέκταση, το ΕΑΜ θα έπρεπε να είχε παλέψει ένοπλα για την εξουσία και η Βάρκιζα δεν θα έπρεπε να υπογραφεί. Επικίνδυνα συμπεράσματα…

Καταλήγοντας στον Καποδίστρια ο Ζεύγος θεωρεί ότι το μοντέλο της που προσπάθησε να επιβάλλει, δεν αντιστοιχούσε στις κοινωνικές συνθήκες της εποχής. Πάλι εδώ μπορούμε να εντοπίσουμε μια αντίφαση καθώς ο ίδιος ο Ζεύγος τονίζει ότι η «μοναρχία του διαφωτισμού», όπως την αναφέρει θα προϋπέθετε την ύπαρξη ισχυρής φεουδαρχίας που θα έπρεπε να τσακιστεί, ενώ στην Ελλάδα το μεγαλύτερο κομμάτι της γης, κατεχόταν πλέον από το κράτος.



[1] Γ. Ζέβγος, ο.π., σελ. 78

[2] Γ. Ζέβγος, ο.π., σελ. 65

[3] Γ. Ζέβγος, ο.π., σελ. 80

[4] Γ. Ζέβγος, ο.π., σελ. 67

[5] Γ. Ζέβγος, ο.π., σελ. 66

[6] Γ. Ζέβγος, ο.π., σελ. 80

[7] Για τα παραθέματα που ακολουθούν και τους χαρακτηρισμούς των ρευμάτων βλ. Μηλιός, ο.π., σελ. 273- 275

[8] Γ. Μηλιός, ο.π., σελ. 277